Οταν ξεκίνησε η στήλη «Shooter Battlefield» πριν από μερικούς μήνες, είχα γράψει ως πρώτη είδηση τα παρακάτω: «Είπα να ξεκινήσουμε λίγο πρωτότυπα και, αντί να σας αρχίσω με τους γνωστούς πολυαναμενόμενους τίτλους, ξεκινάμε με ένα σχετικά άσημο FPS με το όνομα The Mark». Ε, πέρασε ο καιρός και το The Mark είναι πλέον έτοιμο σαν ζεστό ψωμάκι να σας περιμένει στα ράφια των καταστημάτων. Μόνο που… προτού το πάρετε, διαβάστε αυτό το review.
Ας κάνουμε ένα μικρό… simulation (συγγνώμη, φίλε Νίκο, που μπαίνω στα χωράφια σου, αλλά είναι απαραίτητο). Εστω ότι θέλουμε να αγοράσουμε ένα καινούργιο παιχνιδάκι. Παίρνουμε το πορτοφόλι μας, τα κλειδιά μας, κοιτάμε αν έχουμε αφήσει κανένα μάτι της κουζίνας ανοιχτό, χαϊδεύουμε το σκύλο, βγαίνουμε και κλειδώνουμε την πόρτα. Στο δρόμο, σκεφτόμαστε τι ωραία που είναι η ζωή, τι καλά που θα σφαγιάσουμε πάλι ναζί/εξωγήινους/τρομοκράτες κ.λπ. και ούτω καθεξής. Φτάνουμε στο μαγαζί και πάμε στο ράφι με τις νέες κυκλοφορίες. Αφού περάσουμε μία γρήγορη ματιά και απορρίψουμε τους τίτλους που ήδη έχουμε, το μάτι μας πέφτει πάνω σε ένα κουτί που απέξω έχει έναν πολύ κακό τύπο, ο οποίος φαίνεται έτοιμος να πυροβολήσει με το παραμικρό σχόλιο σχετικά με το κούρεμά του. Ως συνήθως, γυρνάμε το κουτί από την πίσω μεριά του, βλέπουμε μερικές – ομολογουμένως – πολύ όμορφες screenshots από «πιστολίδι», διαβάζουμε λίγο από το σενάριο και λίγο από τις υποσχέσεις της δημιουργού εταιρείας και μετά από αρκετή σκέψη αποφασίζουμε να αφήσουμε το κουτί στη θέση του γιατί, ας πούμε την αλήθεια, δεν μας πολυγεμίζει το μάτι…
Θέλετε, λοιπόν, μία συμβουλή; ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΟ ΒΡΗΚΑΤΕ! Σας λέω προκαταβολικά πως σε αυτό το review που κρατάτε στα χέρια σας, δεν θα διαβάσετε κάτι καλό σχετικά με το The Mark. Αν, λοιπόν, θέλετε να διαβάσετε ένα review για μία μελλοντική πιθανή αγορά σας, τότε ανατρέξτε σε άλλες σελίδες του περιοδικού, όλο και κάτι θα υπάρχει (αν και η συγκεκριμένη περίοδος είναι λίγο «νεκρή»), όμως, προς θεού, μην αγοράσετε το The Mark!
Τώρα, λοιπόν, που μείναμε οι λίγοι ενδιαφερόμενοι, ελάτε να δούμε τι κάνει το παιχνίδι τόσο, μα τόσο κακό, που έχει ως καλύτερο στοιχείο του gameplay το uninstall του.
Ας περάσουμε πρώτα στα του σεναρίου. Και για μία ακόμη φορά η ίδια ιστορία… Πάμε (όλοι μαζί)! Μία τρομοκρατική οργάνωση έχει κλέψει μία πυρηνική κεφαλή με σκοπό να καταστρέψει το Λονδίνο. Για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς τους, οι τρομοκράτες αποφάσισαν να ζητήσουν τη βοήθεια του «κακού» Ρώσου δισεκατομμυριούχου, ο οποίος τους έδωσε μία «βαρκούλα» για να κουβαλήσουν τη βόμβα. Μόνο δύο άνθρωποι μπορούν να τους σταματήσουν (οι άλλοι μάλλον δεν το έχουν καταλάβει ακόμη ή τους έχει πλακώσει το πάπλωμα) και αυτοί είναι οι σωτήρες μας, κ.κ. Fletcher και Hawke (ήχος από ντραμς)! Οι δύο τους θα πρέπει να περάσουν μέσα από τρομερά αντίξοες συνθήκες, να υπερκεράσουν ορδές αντιπάλων (πώς τα λέω ο άτιμος), να παίξουν με τη φωτιά και, τέλος, να εξαλείψουν την τρομερή απειλή που πλανάται πάνω από τα κεφάλια των φίλων μας των Αγγλων.
Το αστείο της υπόθεσης, βέβαια, το αφήσαμε για το τέλος. Οι τρομοκράτες θα πρέπει πρώτα να σκοτώσουν τον κ. Fletcher, αλλά και την αδερφή του (μην ρωτάτε γιατί), καθώς, αν τους αφήσουν «αμολητούς», μπορούν, λέει, να αναγνωρίσουν τον πύραυλο που κουβαλάει την πυρηνική κεφαλή και να φτάσουν στην πραγματική ταυτότητα των ανθρώπων που την έκλεψαν. Για να καταλάβω τώρα… μένει τίποτε όρθιο μετά από πυρηνική έκρηξη; Γιατί αν είναι έτσι, αν ποτέ βρεθώ κοντά σε πυρηνική έκρηξη, θα πάω όσο πιο κοντά στο σημείο που γίνεται, μπας και τη γλιτώσω!
Αυτάαα! Καλό ε; Ναι, σιγά! Το σενάριο του παιχνιδιού είναι ένα συνονθύλευμα από «κιτς» χαρακτήρες και κλισέ καταστάσεις. Τίποτε απολύτως στην υπόθεση δεν είναι πρωτότυπο και, έχετέ μου εμπιστοσύνη, μέχρι το τέλος το παιχνίδι δεν προσφέρει καμία συγκίνηση, κανένα κίνητρο για να φτάσει κάποιος μέχρι εκεί. Το μόνο ενδιαφέρον σημείο του τίτλου θα ήταν η δυνατότητα για επιλογή ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες, αλλά και αυτό το χαρακτηριστικό κατάφεραν και το «έθαψαν» οι δημιουργοί του παιχνιδιού, αφού οι δύο χαρακτήρες είναι σχεδόν ίδιοι, με μία μικρή διαφορά στην προτίμηση όπλων.
Η αλήθεια είναι, βέβαια, πως σε έναν FPS τίτλο, το τελευταίο που κοιτάμε είναι το σενάριο. Οχι πως δεν είναι σημαντικό, αλλά εάν το gameplay του τίτλου είναι καλό, είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε τα «στραβά μάτια» σχετικά με το σενάριό του. Εδώ, βέβαια, τα πράγματα είναι χάλια μαύρα…
Κατ’ αρχάς, ποιο gameplay; Το παιχνίδι μάλλον έχει μείνει κάπου στο 1990, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται η γραμμική δράση και το βαρετό σύστημα μάχης του. Το μόνο που καλείται να κάνει ο παίκτης, είναι να προχωράει, να σκοτώνει κανέναν φουκαρά τρομοκράτη, να μαζεύει κανένα όπλο στο τσακίρ κέφι και πάλι από την αρχή. Δεν υπάρχει καμία πρωτοτυπία, καμία πρόκληση, κάτι ξεχωριστό εν πάση περιπτώσει, για να μας κινήσει το ενδιαφέρον να προχωρήσουμε. Τίποτε! Βέβαια, με ένα τόσο βαρετό gameplay, οι δημιουργοί του έπρεπε να κάνουν κάτι για να κρατήσουν κάπως το ενδιαφέρον του παίκτη. Και σκέφτηκαν να δυσκολέψουν το παιχνίδι με έναν εντελώς χαζό τρόπο. Απλώς, κατά τη διάρκεια της αποστολής μας θα «πετάγονται» από κάποιες γωνίες χωρίς προειδοποίηση κάποιοι αντίπαλοι και θα μας πιάνουν στον ύπνο. Ετσι, ο παίκτης αναγκάζεται να απομνημονεύει τα σημεία που του έχουν στήσει την παγίδα, να κάνει ένα ωραιότατο load και να τους προλαβαίνει. Καταπληκτικό ε; Πέρα από το παραπάνω χαρακτηριστικό, υπάρχει και η δυνατότητα για επιλογή χαρακτήρα, με τον Steve Fletcher ως βέρος Αμερικανός να προτιμάει τα αυτόματα όπλα και τον Austin Hawke τα shotguns. Για όσους ενδιαφέρονται, υπάρχει ένα multiplayer κομμάτι, το οποίο υποστηρίζει τα βασικά modes, καθώς επίσης ένα coop, στο οποίο μπορεί κάθε παίκτης να επιλέξει από έναν χαρακτήρα και να παίξει το single player campaign. Το πρόβλημα, βέβαια, εδώ είναι ένα και σημαντικό: πού θα βρούμε παίκτη που θέλει να παίξει το παιχνίδι; Εμείς, δοκιμάσαμε να βρούμε έστω και έναν, απλώς για να δούμε πώς παίζει το coop, αλλά όσο και αν ψάξαμε, δεν καταφέραμε να βρούμε κανέναν «ήρωα». Οχι πως θα βλέπαμε κάτι διαφορετικό, δηλαδή… απλώς για να έχουμε μία πιο ολοκληρωμένη άποψη.
Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος expert Gamer για να καταλάβει πως το παιχνίδι και στον τομέα του gameplay πατάει στα βήματα του σεναρίου. Με απλά λόγια, μιλάμε για μεγάλη αποτυχία! Πραγματικά, μας ήταν πολύ δύσκολο ακόμη και να κάνουμε load έπειτα από κάθε αποτυχημένη προσπάθεια, αφού στη σκέψη και μόνο πως θα έπρεπε να παίξουμε ξανά, τη στιγμή που υπάρχουν τόσα ωραία FPS εκεί έξω, μας έπιανε ολίγη ναυτία.
Στην αρχή του review είπαμε κάτι για screenshots. Πράγματι, όπως σε όλα σχεδόν τα παιχνίδια, στην πίσω όψη του κουτιού βλέπουμε ορισμένα εντυπωσιακά screenshots, που τις περισσότερες φορές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ε, νομίζατε πως το The Mark θα αποτελούσε εξαίρεση; Και βέβαια όχι. Και όχι μόνο τα screenshots απέχουν παρασάγγας από την πραγματικότητα, αλλά θεωρούμε πως οι εν λόγω φωτογραφίες πρέπει να έχουν υποστεί ένα γενικό «πείραγμα». Γιατί το λέμε αυτό; Μα γιατί τα γραφικά του τίτλου παραπέμπουν σε παιχνίδι του1990. Τα μοντέλα των χαρακτήρων είναι το λιγότερο άθλια, τα textures πού και πού κάνουν καμιά βόλτα, ενώ το επίπεδο λεπτομέρειας είναι τόσο χαμηλό, που τις περισσότερες φορές αυτό που βλέπουμε, είναι συνονθύλευμα από πολύγωνα, που με λίγη φαντασία γίνονται ψηφιακοί άνθρωποι. Εκεί, βέβαια, που πέφτει το τρελό γέλιο, είναι στο animation των χαρακτήρων, το οποίο όχι μόνο είναι αστείο, αλλά κάνει το περπάτημα του Κηπουρόπουλου να μοιάζει με μοντέλου στην πασαρέλα! Τα Levels, από την άλλη, δεν έχουν την παραμικρή φαντασία και, από τη στιγμή που βλέπουμε ένα level, τα έχουμε δει όλα.
Τα γραφικά, βέβαια, δεν είναι το χειρότερο κομμάτι στον τεχνικό τομέα του παιχνιδιού. Αυτό το βραβείο το παίρνει με διαφορά ο ήχος του. Από πού να ξεκινήσουμε και πού να τελειώσουμε! Οι ομιλίες θυμίζουν κάτι από Σταμάτη Γαρδέλη και Ισμήνη Καλέση σε ταινία της δεκαετίας του ’80. Η μουσική του είναι απλώς απερίγραπτη και θα κάνετε πολύ καλό στον εαυτό σας να την κλείσετε, αφού εκτός από επαναλαμβανόμενη, είναι και κακόγουστη, ενώ τα ηχητικά εφέ θυμίζουν πιστολάκια από τις Απόκριες, αφού έχουν έναν εντελώς «κενό» ήχο. Ας περάσουμε τώρα στην A.I. του τίτλου, η οποία απλώς είναι απούσα. Οι αντίπαλοί μας είναι εγκεφαλικά νεκροί, δεν καλύπτονται εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, δεν χρησιμοποιούν τεχνικές πλαγιοκόπησης και γενικά δεν κάνουν τίποτε! Και σαν να μην έφταναν όλα τα άλλα, το παιχνίδι είναι γεμάτο από πολλά, μικρά bugs…
Σε αυτό σημείο του review, είναι που συνήθως γράφουμε το χειρότερο χαρακτηριστικό του παιχνιδιού. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, βρισκόμαστε σε αδιέξοδο, αφού ένα παιχνίδι όπως το The Mark θα έπρεπε στην καλύτερη των περιπτώσεων να μην είχε κυκλοφορήσει ποτέ ή να κυκλοφορούσε ως freeware. Πραγματικά, είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσουμε ένα στοιχείο το οποίο να είναι το χειρότερο, σε ένα παιχνίδι όπου δύσκολα θα βρείτε έστω και ένα καλό χαρακτηριστικό. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως αντιμετωπίσαμε και πολλά τεχνικά προβλήματα. Συγκεκριμένα, στην πρώτη προσπάθεια εγκατάστασης του τίτλου και ενώ όλα πήγαν μία χαρά, είδαμε με τρόμο πως, ξεκινώντας το παιχνίδι, εμφανιζόταν στο κέντρο της οθόνης ένα μαύρο πλαίσιο! Για να σας δώσουμε να καταλάβετε, αφού ήταν αδύνατο να τραβήξουμε screenshot, ήταν σαν να είχαμε μπροστά μας μία μαύρη τετράγωνη τρύπα που κάλυπτε το 30% της οθόνης. Αφού κάναμε το σχετικό uninstall και re-install το παιχνίδι έτρεξε κανονικά…
Δεν νομίζω να χρειάζεται να πούμε κάτι παραπάνω. Γνωρίζω πως σε πολλά σημεία το συγκεκριμένο review ήταν πολύ επιθετικό, ίσως περισσότερο από όσο έπρεπε, αλλά δεν είναι δυνατόν εν έτη 2007 να βγαίνουν παιχνίδια τόσο χαμηλής ποιότητας, τη στιγμή που ο ανταγωνισμός στο είδος των FPS είναι τόσο μεγάλος. Οπως είπαμε στην αρχή, μείνετε μακριά από το The Mark, αν θέλετε να γλιτώσετε χρήματα και να κρατήσετε την πνευματική υγεία σας σε νορμάλ επίπεδα. Ακόμη και αν είστε περίεργοι για το πόσο κακό είναι το παιχνίδι, μην μπείτε στον πειρασμό να το αγοράσετε με κανέναν τρόπο! Δεν γνωρίζουμε τι ήθελαν να κάνουν οι δημιουργοί του, αλλά ό,τι και αν ήταν αυτό, απέτυχαν παταγωδώς… Πάω να παίξω κανένα Half-Life, μπας και καθαρίσει το κεφάλι μου...