Οταν μία εταιρεία αποφασίσει να δημιουργήσει ένα παιχνίδι, δύο είναι τα τινά που μπορεί να συμβούν: είτε κάποιος από το development team θα έχει μία πρωτοποριακή ιδέα, την οποία θα προσπαθήσουν να υλοποιήσουν με στόχο να προσφέρουν κάτι πρωτόγνωρο, είτε θα προσδιορίσουν τον τύπο του παιχνιδιού που θέλουν να δημιουργήσουν και από εκεί και πέρα θα βασιστούν σε μία δοκιμασμένη ιδέα ή ένα σύνολο τέτοιων. Στην περίπτωση του Two Worlds, βρισκόμαστε στη δεύτερη περίπτωση, κάτι για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω, αφού προέχει το σενάριο.
Βρισκόμαστε στον κόσμο του Antaloor, ο οποίος ακόμη δεν έχει συνέλθει από το Μεγάλο Πόλεμο των Θεών, που έλαβε χώρα πριν από περίπου τρεις αιώνες και έμελλε να αλλάξει για πάντα το ρου της ιστορίας. Ο Aziraal, θεός του πολέμου και της καταστροφής, αφού πρώτα ένωσε τις διάφορες φυλές των orcs, τα κατευθύνθηκε εναντίον των humans, των elves, των dwarves και των άλλων races του Antaloor. Χρειάστηκε η παρέμβαση των άλλων θεών, προκειμένου η συμμαχία των races να επικρατήσει των orcs και ο ίδιος ο Aziraal να παγιδευτεί και να φυλακιστεί αιώνια. Τριακόσια χρόνια μετά, η Kyra, η αδελφή του βασικού ήρωα του Two Worlds, εξαφανίζεται ξαφνικά. Εκείνος, ένας μισθοφόρος adventurer, μην έχοντας άλλη επιλογή αποφασίζει να ψάξει να τη βρει κι έτσι αρχίζει να οργώνει τη γη του Antaloor, μέχρι που κάποια μέρα λαμβάνει ένα μυστηριώδες γράμμα, που τον συμβουλεύει να πάει προς τα βόρεια και έτσι ξεκινά το Two Worlds. Τι έχει συμβεί στην Kyra και πώς αυτό σχετίζεται με την Dark Brotherhood και τον ίδιο τον Aziraal; Τι αντίκτυπο μπορεί να έχει για τη φυλή των ανθρώπων και τι μπορεί να σημαίνει για το μέλλον του Antaloor; Σε αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα θα κληθεί να βρει και να δώσει απαντήσεις ο παίκτης, μέσα από τα ταξίδια του στον αχανή και επικίνδυνο κόσμο του Antaloor…
Αυτά από σενάριο, ούτε κρύο ούτε ζέστη - μία «φυσιολογική» (για παιχνίδι του είδους) υπόθεση, ενδιαφέρουσα πλοκή και συμπαθητική εξέλιξη της ιστορίας, πλαισιωμένη από αρκετά side quests, είναι τα όσα έχει να επιδείξει το Two Worlds σε αυτόν τον τομέα. Πριν προχωρήσουμε, όμως, παρακάτω, ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα τι είναι το παιχνίδι. Αυτό που παρατήρησα, έχοντας αφιερώσει έναν σεβαστό αριθμό ωρών στο Two Worlds, είναι πως έχει αντιγράψει στοιχεία αρκετών RPGs και action-RPGs, συνθέτοντας ένα πολύπλευρο αποτέλεσμα. Διέκρινα χαρακτηριστικά από το Diablo II, το Dungeon Lords, το Oblivion και το τελευταίο «επεισόδιο» της σειράς Gothic, είτε σε επίπεδο διαμόρφωσης χαρακτήρα είτε τεχνολογικά είτε όσον αφορά στο gameplay γενικότερα. Το Two Worlds σε καμία περίπτωση δε θα το χαρακτήριζα RPG - Action-RPG ναι, κι αυτό υπό προϋποθέσεις, αλλά RPG με τίποτε. Αυτό που θα σας απασχολήσει περισσότερο, παίζοντας το Two Worlds, είναι η διαρκής και ανηλεής σφαγή αντιπάλων με ρυθμούς που δεν θα άντεχε ούτε ο μετρ του είδους, Μοσχονάς “da butcher”, και η εκτέλεση απλοϊκών στην πλειονότητά τους, quests. Το role playing, ακόμη κι αν συμπεριλαμβανόταν στις αρχικές προθέσεις των δημιουργών, μάλλον χάθηκε κάπου στο δρόμο κι έτσι πέραν των ουσιαστικών επιλογών που έχει ο παίκτης σε ορισμένα quests, δεν παρατηρούμε κάτι άλλο, ενώ η δημιουργία χαρακτήρα πάσχει. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Ξεκινώντας το παιχνίδι, θα κληθείτε μετά το registration (βλ. σχετικό box) να δημιουργήσετε το χαρακτήρα σας, προκειμένου να ξεκινήσετε το παιχνίδι. Εδώ το Two Worlds μάς τα χαλάει, αφού οι επιλογές που προσφέρει, είναι αρκετά περιορισμένες.
Βάσει σεναρίου, ο χαρακτήρας μας πρέπει να είναι οπωσδήποτε άνθρωπος και μάλιστα γένους αρσενικού, οπότε αμέσως δεν μπορούμε ούτε φυλή να επιλέξουμε, ούτε γένος, κάτι που σημαίνει πως θα πρέπει να αρκεστούμε στη διαμόρφωση της σωματοδομής και στα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήρωά μας. Αν περιμένετε έπειτα να ασχοληθείτε με κατανομή ability και skill points, ορισμό special feats ή έστω επιλογή κλάσης, θα περιμένετε για πολύ ακόμη! Με το που τελειώσετε με τα της εμφάνισης του χαρακτήρα σας, είστε έτοιμοι να ξεκινήσετε το παιχνίδι, τα υπόλοιπα θα τα δείτε κατά τη διάρκειά του!
Οντας στον κόσμο του Two Worlds, μπορείτε ανά πάσα στιγμή να πατήσετε F1 προκειμένου να αποκτήσετε πρόσβαση στο προφίλ του χαρακτήρα σας. Εδώ έχουμε τα βασικά abilities ή parameters όπως τα ονομάζει το παιχνίδι, και τα skills. Τα μεν parameters είναι τέσσερα: Strength, Dexterity, Vitality και Willpower. Το πρώτο καθορίζει το πόσο damage θα κάνει με τις επιθέσεις του ο ήρωας, το δεύτερο έχει να κάνει με τα rogue-like skills και την αεικινησία γενικότερα, από το τρίτο εξαρτάται ο αριθμός των hit points σας και το τέταρτο, τέλος, προσδιορίζει το mana – απαραίτητο για τους wanna-be spellcasters. Πέραν αυτών, όπως είπαμε, υπάρχουν ορισμένα skills τα οποία μπορεί να είναι γενικού ενδιαφέροντος (όπως τα swimming, lockpicking, riding και stealing), να έχουν να κάνουν με μάχη σώμα με σώμα, με μάχη εξ αποστάσεως ή, τέλος, με μαγεία. Αυτά χωρίζονται σε passive και active, ανάλογα αν χρειάζεται να κάνετε κάτι ή όχι, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ο χαρακτήρας σας. Κάθε skill, μάλιστα, δεν αρκεί να το «πάρετε» μόνο μία φορά, καθώς διέπονται από levels. Ετσι, αν πάρετε το Strong Hand την πρώτη φορά, θα κάνετε 20% επιπλέον damage σε κάθε επίθεση. Αν το ανεβάσετε, όμως, στο δεύτερο level (παίρνοντάς το και δεύτερη φορά), το ποσοστό θα ανέβει στο 40% κ.ο.κ. Με αντίστοιχο τρόπο δουλεύουν και τα υπόλοιπα skills. Θα παρατηρήσετε βέβαια ότι σε κάποια μπορείτε να βάλετε skill points, ενώ σε άλλα, που μοιάζουν κλειδωμένα, όχι. Αυτό συμβαίνει γιατί προκειμένου να τα μάθει ο χαρακτήρας σας, θα πρέπει να επισκεφτείτε κάποιον trainer, προκειμένου να σας μεταλαμπαδεύσει τη γνώση του στο εκάστοτε αντικείμενο. Αν πάλι αποφασίσετε ότι κακώς επενδύσατε σε κάποιο skill, τότε μπορείτε απλώς να επισκεφτείτε κάποιον Soul Patcher, ο οποίος έναντι «ανταλλάγματος» θα αποδεσμεύσει τα skill points που θα του ζητήσετε, προκειμένου να τα «ρίξετε» αλλού. Ο χαρακτήρας σας αναπτύσσεται βάσει levels, τα οποία και ανεβαίνει συλλέγοντας experience points, είτε μέσω μαχών είτε με την επίλυση quests. Σε κάθε level up θα σας δίνονται 5 parameter και 1 skill point, προκειμένου να τα τοποθετήσετε όπου πιστεύετε ότι ταιριάζουν καλύτερα και κάπως έτσι, ουσιαστικά, ορίζετε εσείς οι ίδιοι την κλάση του ήρωά σας, από warrior και thief, σε mage και alchemist, ανάλογα με τις επιλογές σας. Αυτό σε γενικές γραμμές είναι το σύστημα ανάπτυξης χαρακτήρα που χρησιμοποιεί το Two Worlds, περιορισμένο σε κάποιες περιπτώσεις μεν, ενδιαφέρον δε.
Περνώντας στο gameplay, το Two Worlds αποδεικνύει μέσω αυτού πως είναι ένα καθαρά action-RPG παιχνίδι. Το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι σίγουρα οι μάχες και οι συχνοί «εναγκαλισμοί» με πάσης φύσεως εχθρούς, τους οποίους θα συναντάτε όπου κι αν πάτε. Από ποικιλία δεν τίθεται θέμα, αφού μπορείτε να επιλέξετε από φίδια, αρκούδες και πάπιες (!) μέχρι γιγαντιαίες αράχνες, τερατόμορφα ιπτάμενα πλάσματα και δαίμονες. Μάλιστα, τις περισσότερες φορές σάς επιτίθενται σε ομάδες, περικυκλώνοντάς σας και κάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο δυσκολότερο το έργο σας. Αυτό βέβαια συνεπάγεται ατελείωτα clicks, αφού οι μάχες διεξάγονται με τη βοήθεια του mouse. Ο χαρακτήρας σας κινείται μεν με τα πλήκτρα WASD, ωστόσο ξεδιπλώνει τις πολεμικές ή μαγικές του αρετές με τη βοήθεια του mouse – ένα κλικ για μία απλή επίθεση, διπλό για την εκτέλεση ενός combo.
Ο κόσμος του Antaloor είναι με μία λέξη αχανής! Δεν έχει καμία σχέση με ό,τι έχετε δει έως τώρα σε παιχνίδι του είδους και θα σας πάρει αρκετό χρόνο για να τον εξερευνήσετε και να ανακαλύψετε τα μυστικά που κρύβει. Επειδή το ταξίδι σε έναν τόσο χαοτικό κόσμο μόνο με τα πόδια θα καταντούσε βαρετό έπειτα από ένα σημείο (όσοι έχουν παίξει Morrowind θα θυμούνται, φυσικά, το ατελείωτο περπάτημα…), οι δημιουργοί του Two Worlds φρόντισαν να ενσωματώσουν και άλλους τρόπους μετακίνησης: πρόκειται για το «κλασικό» πλέον άλογο και ένα σύστημα τηλεμεταφορέων, το οποίο μάλιστα «ξεκλειδώνεται» για τον παίκτη, εφόσον εκείνος αποδεχτεί και φέρει εις πέρας το σχετικό quest. Ειδικά για τα άλογα, η μεταφορά τους στο παιχνίδι χαρακτηρίζεται τουλάχιστον ποιοτική, αφού και ο χειρισμός τους διαφέρει από ό,τι έχουμε δει έως τώρα– ανταποκρινόμενος περισσότερο στην πραγματικότητα – και ο ήρωας μπορεί να επιτεθεί έφιππος – υπάρχουν μάλιστα και τα σχετικά skills γι’ αυτό. Οσο για το τι θα κάνετε γυρνώντας από δω κι από κει; Ενας τόσο μεγάλος κόσμος, δε θα μπορούσε παρά να έχει εξίσου μεγάλο αριθμό quests που μπορείτε να αναλάβετε και η έκβαση των οποίων παίζει ρόλο στη διαμόρφωση του status quo! Αν, για παράδειγμα, σας ζητήσουν να βοηθήσετε ένα χωριό, το οποίο αντιμετωπίζει μία επιδρομή από orc κι εσείς αρνηθείτε, τότε το χωριό δεν θα αντέξει και θα το δείτε κατεστραμμένο – με τον ίδιο τρόπο θα χρειαστεί να ενεργήσετε και σε προχωρημένα στάδια του main quest, περισσότερα επί της οθόνης σας! Η βασική πλοκή διαρκεί περίπου 20-25 ώρες, ωστόσο, αν αποφασίσετε να εξερευνήσετε το Antaloor – και αυτό θα πρέπει να κάνετε – τότε μπορείτε να υπολογίζετε σε τριπλασιασμό του προαναφερθέντος αριθμού, αφού τα side quests είναι απίστευτα πολλά! Οι αποστολές σας κατηγοριοποιούνται ανάλογα με την περιοχή απ’ όπου τις παίρνετε και μπορείτε να τις δείτε στο quest log. Προσωπικά δεν θα το χαρακτήριζα ακριβώς «λειτουργικό», καθώς και εδώ, όπως και στην απεικόνιση των διαλόγων, μοιάζει να έχει γίνει πρόχειρη δουλειά, τουλάχιστον αναφορικά με τη γραμματοσειρά. Κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεών σας, θα βρεθείτε μπροστά σε shrines, τα οποία έχουν ποικίλες παρενέργειες, από την αναπλήρωση του mana και της υγείας σας μέχρι την εξ ολοκλήρου αναγέννησή σας έπειτα από το θάνατο του χαρακτήρα σας – όπως στο Diablo 2, ένα πράμα!
Μια και μιλήσαμε για θάνατο, ας δούμε κάτι που μου προκάλεσε εντύπωση. Πριν ξεκινήσετε το παιχνίδι, καλείστε μεταξύ άλλων να επιλέξετε επίπεδο δυσκολίας. Ενας casual gamer, λοιπόν, θα επιλέξει το normal επίπεδο, προσδοκώντας σε μία «φυσιολογική» εμπειρία. Κατά την άποψή μου, το εν λόγω επίπεδο παραείναι εύκολο ή αν προτιμάτε, ισοπεδώνει πολλά. Ετσι, στην περίπτωση που πεθάνετε στη γη του Antaloor, δεν χρειάζεται ούτε να καταριέστε τον εχθρό που σας κατέβασε «μονόχιτους», ούτε να σπεύσετε για load. Ο χαρακτήρας σας θα αναγεννηθεί, χαίροντας άκρας υγεία,ς στο κοντινότερο rebirth shrine – βρομάει ο τόπος από δαύτα – και το καλύτερο, χωρίς κανένα penalty: ούτε XP loss ούτε χαμένος εξοπλισμός/αντικείμενα ούτε καν κάποια επιβάρυνση! Αφού, για να φανταστείτε, την είχα «πέσει» κάποια στιγμή στα πρώτα levels σε μία «παρέα» από orcs, οι οποίοι, φυσικά, με τελείωναν εν ριπή οφθαλμού. Ε, τι έκανα; Τους παρέσυρα δίπλα στο rebirth shrine, και κάθε φορά που με σκότωναν, αναγεννιόμουν δίπλα τους με full health! Εριχνα δύο-τρεις σπαθιές, έπεφτα, σηκωνόμουν ξανά και φτου κι απ’ την αρχή! Καλό, ε; Φυσικά, αυτό, όπως και άλλα πολλά, δεν ισχύουν στο ανώτατο επίπεδο δυσκολίας, οπότε σκεφτείτε καλά πριν αρχίσετε το παιχνίδι, ποιο difficulty level θα προτιμήσετε.
Οσον αφορά στα αντικείμενα που θα βρείτε κατά τη διάρκεια των περιπετειών σας, είναι πολλά και διάφορα. Το inventory του χαρακτήρα χωράει επαρκή αριθμό αντικειμένων και μάλιστα η αντοχή του δεν εξαρτάται μόνο από το χώρο που πιάνει κάθε αντικείμενο, αλλά και από το βάρος που μπορεί να αντέξει το παλικάρι μας. Η ποικιλία όπλων, πανοπλιών και λοιπών accessories είναι ικανοποιητική, ενώ το έργο σας θα διευκολύνουν potions, αλλά και συστατικά που μαζεύετε είτε από φυτά και δένδρα είτε από ζώα που σκοτώνετε. Τα τελευταία μάλιστα μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε επί τόπου, αν και για πολλά εξ αυτών συστήνεται η κατάλληλη κατεργασία – λέγε με alchemist. Στα αντικείμενα του παιχνιδιού πάντως και συγκεκριμένα στα όπλα και στην εξάρτυση του ήρωα, συναντάμε μία αν μη τι άλλο πρωτοποριακή ιδέα: αντί να συσσωρεύονται στο inventory σας όμοια αντικείμενα που lootάρετε από τους νεκρούς εχθρούς σας, όπως σπαθιά, κράνη και gauntlets, μπορείτε να τα συνδυάσετε με σκοπό να πάρετε ένα καλύτερο και δυνατότερο αντικείμενο! Πείτε λοιπόν αντίο στα δέκα longswords που θα πουλούσατε για 2-3 gp το κομμάτι. Πλέον μπορείτε να τα συνδυάσετε και να αποκτήσετε ένα κατά πολύ δυνατότερο και πιο κοφτερό σπαθί. Σίγουρα ενδιαφέρον feat, δεν ξέρω, όμως, πώς «μεταφράζεται» στο παιχνίδι – λέγε με ρεαλισμό…
Εξίσου επαρκής είναι και ο αριθμός των spells, ενώ αξίζει τον κόπο να ρίξουμε μία ματιά στο σύστημα μαγείας του Two Worlds. Κατ’ αρχάς, υπάρχουν πέντε σχολές μαγείας (φωτιά, νερό, γη, αέρας, νεκρομαντεία) στις οποίες ο χαρακτήρας σας μπορεί να μυηθεί, ξοδεύοντας skill points – όσα περισσότερα skill points επενδύσετε σε μία σχολή τόσο πιο πολλά spells θα μπορείτε να εκτελέσετε από το ρεπερτόριό της. Σχετικά με το σύστημα που λέγαμε νωρίτερα, βασίζεται σε κάρτες, τις spell cards, οι οποίες αναγράφουν τα spells, και τις booster cards, οι οποίες αυξάνουν την αποτελεσματικότητα των μαγικών μας, μειώνουν τις απαιτήσεις –σε mana – ενός spell και άλλα ωραία. Κάθε φορά που βρίσκετε μία spell card, αυτή θα κατατάσσεται αυτόματα στο spellbook σας. Για να castάρετε ένα spell, θα πρέπει να μετακινήσετε την αντίστοιχη spell card από το spellbook (F3) στο spell amulet, να επιλέξετε τυχόν booster cards και… πυρ κατά βούληση!
Αφήνοντας τη μαγεία και περνώντας σε πιο… στενές επαφές (τρίτου ή τέταρτου τύπου, θα σας γελάσω), οι μάχες θα σας αφήσουν μία γλυκόπικρη γεύση. Ο χαρακτήρας σας μπορεί να επιτεθεί με οποιοδήποτε όπλο του δώσετε – ακόμη και με πυρσό – ενώ αν δοκιμάσετε να κρατήσετε ένα μόνο όπλο, ένα όπλο με ασπίδα και τέλος δύο όπλα, θα δείτε ότι αλλάζει το στυλ μάχης του – ανάλογα δουλεύουν και οι επιθέσεις με τόξα (φροντίστε να έχετε μαζί σας μία δεύτερη φαρέτρα). Οπως είπαμε, υπάρχουν οι απλές επιθέσεις και τα combos, τα οποία προξενούν περισσότερο damage και σας επιτρέπουν να επιτίθεστε σε παραπάνω από έναν αντίπαλο ταυτόχρονα. Δυστυχώς, όμως, εδώ εντοπίζεται ένα πρόβλημα στο animation, το οποίο δεν περιορίζεται μόνο στις μάχες: η απόκριση του χαρακτήρα στις εντολές σας δεν είναι η καλύτερη, με πολλές από τις κινήσεις του να είναι σπασμωδικές και απότομες. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: ιππεύετε το άλογό σας και το οδηγείτε προς έναν βράχο. Φυσικά, το άλογο δεν πρόκειται να πέσει πάνω στο βράχο, ωστόσο, το «σταμάτημά» του είναι απαράδεκτο. Γενικότερα τα γραφικά, αν και έχουν προοπτικές, δεν πείθουν. Φαίνεται ότι έχει γίνει δουλειά μεν, ημιτελής δε και αυτό είναι ό,τι χειρότερο. Αντίθετα με τα γραφικά, ο ήχος του Two Worlds κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα, με τη μουσική που ντύνει το παιχνίδι να συμβαδίζει με την εκάστοτε κατάσταση. Οι ομιλίες, ειδικά, είναι εξαίσιες, αφού για αυτή τη δουλειά επιστρατεύτηκαν πάνω από 200 άτομα.
Στον τομέα της A.I. τώρα, οι εντυπώσεις είναι ανάμικτες. Αν κάτσετε και παρατηρήσετε τη ζωή σε ένα χωριό ή έναν οικισμό του Antaloor, θα δείτε ότι όλα κυλούν ρολόι: οι χωρικοί κάνουν τις δουλειές τους, επικρατεί κινητικότητα ανάλογα με την ώρα της ημέρας και οι άνθρωποι σε γενικές γραμμές έχουν τις συνήθειές τους. Από εκεί και πέρα, όμως, το χάος! Σε περίπτωση που βρεθείτε σε encounter, το μόνο εύκολο θα είναι να κάνετε «κουτούς» τους εχθρούς σας – τουλάχιστον στο normal επίπεδο δυσκολίας. Αν και πολλοί επιτίθενται σε ομάδες, κανείς δε χρησιμοποιεί κάποια ιδιαίτερη τακτική, ενώ οι αντιδράσεις τους θυμίζουν άτομα με νοητική καθυστέρηση. Αν πλησιάσετε κοντά, σε ορισμένες περιπτώσεις ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ κοντά, και σας αντιληφθούν, τότε αρχίζετε και τρέχετε προς τα πίσω κι εκείνοι σας ακολουθούν. Με αυτόν τον τρόπο μπορείτε είτε να φέρετε κοντά σας τους εχθρούς έναν-έναν είτε να τους τραβήξετε κοντά σε κάποιον NPC και να αφήσετε εκείνον να κάνει τη δουλειά για σας. Χαρακτηριστικά, θυμάμαι ότι πήρα από έναν ληστή σε μία σπηλιά την αποστολή να καθαρίσω το χώρο από σκελετούς. Ελα, όμως, που εγώ ήμουν νινί ακόμη! Ε, έφερνα σκελετούς έναν-έναν στον quest-giver και αφού τους καθάρισε έναν προς έναν, μου είπε και ευχαριστώ…
Εν τέλει, τι μας μένει από το Two Worlds; Σίγουρα δεν είναι Oblivion-killer και μάλιστα απέχει κατά πολύ από το συγκεκριμένο χαρακτηρισμό. Είναι ένα μείγμα στοιχείων από διάφορα RPGs που ναι μεν ακούγεται ενδιαφέρον, ωστόσο πέφτει θύμα της ημιτελούς δουλειάς που έγινε σε πολλούς τομείς του, με το optimization να είναι ένας από αυτούς, και έτσι το παιχνίδι να «γονατίζει» εύκολα δυνατά μηχανήματα. Το τελικό αποτέλεσμα αδικεί πρώτα απ’ όλα τους ανθρώπους της Reality Pump και την προσπάθειά τους, αφού θα μπορούσε να ήταν κατά πολύ ανώτερο. Ωστόσο αν αυτό τον καιρό ψάχνετε για ένα action-RPG και δεν έχετε κάτι άλλο υπόψη, το Two Worlds θα μπορούσε να σας κρατήσει συντροφιά.
Τι λείπει
Εχω μιλήσει επανειλημμένα για αυτό «το κάτι» που πρέπει να διαθέτει ένα παιχνίδι προκειμένου να σε κρατήσει για ώρες μπροστά στην οθόνη, να σε κάνει να χάσεις την αίσθηση του χρόνου και να σε «ρουφήξει» στον κόσμο του. Δυστυχώς, αυτό «το κάτι» λείπει από το Two Worlds…
A bug's life
Πρέπει να εισηγηθώ στον αρχισυντάκτη να μονιμοποιήσουμε το εν λόγω box στα reviews, δεν συμφωνείτε; Πριν αρχίσω καν, λοιπόν, να παίζω το Two Worlds βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα κομματάκι παράξενο bug: όταν διπλοκλίκαρα το εικονίδιο του παιχνιδιού για να παίξω κι ενώ έβλεπα την αρχική οθόνη με το logo του παιχνιδιού, «έτρωγα στη μάπα» δύο errors και το παιχνίδι αρνιόταν πεισματικά να τρέξει! Βρε, καλό μου, βρε, χρυσό μου, αφού εγκατέστησα τα πάντα, αφού όλα πήγαν καλά, τίποτε αυτό! Εκεί που είχα αρχίσει να «φορτώνω», κάποια στιγμή κι ενώ έβλεπα την οθόνη αυτή, πάτησα Enter και Esc. Ε, προς έκπληξη του γράφοντος, το παιχνίδι έτρεξε! Δοκίμασα να πατήσω space, τίποτε! Πάτησα σκέτο Enter, πάλι τίποτε. Πάτησα μόνο Esc, ξανά τίποτε! Αν δεν πατούσα Enter ΚΑΙ Esc το παιχνίδι δεν έτρεχε! Το ότι αντιμετώπισα το εν λόγω πρόβλημα, δεν σημαίνει ότι θα το έχετε σώνει και καλά κι εσείς, απλώς, στην περίπτωση που σας τύχει, θα ξέρετε τουλάχιστον τι να κάνετε! Παρότι έψαξα στο Internet και σε ποικίλα fora, βρήκα διάφορα bugs που είχαν να κάνουν με το παιχνίδι, τέτοιο πράγμα, όμως, όχι. Αλλη μία αποκλειστικότητα του «PC Master»…
No internet, no game!
Την πρώτη φορά που θα τρέξετε το Two Worlds, θα χρειαστεί να ενεργοποιήσετε το αντίγραφό σας, αφού σε διαφορετική περίπτωση ναι μεν θα μπορείτε να παίξετε το παιχνίδι, αλλά σε demo mode. Εν πάση περιπτώσει, η ενεργοποίηση μπορεί να γίνει είτε μέσω τηλεφώνου είτε μέσω Internet. Εκτός κι αν θέλετε να κάνετε ένα τηλεφωνάκι σε αριθμό με κωδικό χώρας (+49) – δεν σας λέω πού είναι, μαντέψτε – θα πρέπει να ενεργοποιήσετε το παιχνίδι μέσω Internet, οπότε προνοήστε το PC που θα εγκαταστήσετε το Two Worlds να μπορεί να συνδεθεί στο Διαδίκτυο. Αν τώρα ανήκετε στο τραγικά μικρό ποσοστό εκείνων που δεν έχουν ούτε καν τη «λύση ανάγκης» της 56άρας σύνδεσης, τότε το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό…
Ghosts ’n’ Ghouls
Παίζοντας το Two Worlds, εντόπισα σε πολλές περιπτώσεις τα φαντάσματα των εχθρών που είχα σκοτώσει να στοιχειώνουν τις τοποθεσίες που βρίσκονταν οι εν ζωή εχθροί. Τα ghosts, λοιπόν, είναι δυσκολότερα στην εξόντωση, προκαλούν περισσότερο damage και γενικότερα μετράνε πολύ ως αντίπαλοι. Ολα τα λεφτά όμως ήταν τα φαντάσματα των… απέθαντων skeletons. Εκτός του ότι κάτι τέτοιο είναι ανήκουστο, οπτικά έμοιαζαν με ακτινογραφίες!