Silverfall   Silverfall
Επιστήμη και φύση ενάντια στις σκοτεινές δυνάμεις
  Εταιρία ανάπτυξης Monte Cristo
Εταιρία έκδοσης Atari
Εταιρία διανομής Atari Hellas
Eίδος Action
Βαθμολογία
Κυκλοφορία 09-03-2007
Πλατφόρμα PC
Τιμή 39.99€
Website www.silverfall-game.com

Τα action RPGs είναι φετίχ για μένα, ειδικά αν εκτός από το ασταμάτητο grinding προσφέρουν καινοτομίες στο gameplay και έξυπνο σενάριο. Το Silverfall της Monte Cristo εμφανίστηκε από το πουθενά, ανήκοντας στην αγαπημένη μου κατηγορία και διεκδικώντας τον οβολό μας με ένα έξυπνο σενάριο, καρτουνίστικη αισθητική και, φυσικά, αρκετές ενδιαφέρουσες παραμέτρους στο gameplay του. Ο κοινωνικός προβληματισμός της πλοκής που μας καλεί να επιλέξουμε μεταξύ τεχνολογίας και φύσης, είναι μία έξυπνη πινελιά που συμπληρώνεται από την έλλειψη γραμμικότητας του παιχνιδιού. Ας δούμε, όμως, το σενάριό του.

Η ήπειρος του Nelwe βρίσκεται στα πρόθυρα κοσμογονικών αλλαγών. Οι αλλεπάλληλες συγκρούσεις μεταξύ των φυλών που υποστηρίζουν την τεχνολογική πρόοδο και εκείνων που επιμένουν σε έναν πιο φυσικό τρόπο ζωής, έχει αποδυναμώσει τους λαούς, δίνοντας την ευκαιρία σε σατανικές δυνάμεις να επωφεληθούν από το χάος. Το Silverfall, πρωτεύουσα του βασιλείου του Egreid, δέχεται επίθεση από μία στρατιά τεράτων. Η πόλη ισοπεδώνεται σε χρόνο DT και οι κάτοικοί της αναγκάζονται να καταφύγουν σε έναν πρόχειρο καταυλισμό, προσπαθώντας να συνέλθουν από το ξαφνικό κακό που τους βρήκε. Ο χαρακτήρας μας είναι ένας τοπικός ήρωας που αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει το μυστήριο της εισβολής και να σώσει τους συμπολίτες του από τις σκοτεινές δυνάμεις. Στην πορεία θα συμμαχήσουμε με τους φυλετικούς φίλους ή εχθρούς μας και θα ταξιδέψουμε σε όλη την ήπειρο του Nelwe, καθαρίζοντάς την από τις ορδές του σκότους. Ολα αυτά θα τα πράξουμε στο πλαίσιο των action RPG κανόνων.

Δυστυχώς, το Silverfall επαναφέρει στην οικογένεια των action RPGs μία «παιδική αρρώστια» που θα εκνευρίσει πολλούς gamers. Αναφέρομαι στην Diabloειδή πρακτική του πεσίματος του εξοπλισμού μας στο σημείο που μας εξόντωσαν. Μόλις μας σκοτώσουν, ο ήρωάς μας τηλεμεταφέρεται στον κοντινότερο καταυλισμό και στη συνέχεια πρέπει να επιστρέψει στο σημείο όπου τον εξόντωσαν και να πατήσει πάνω στην ταφόπλακα που έχει εμφανιστεί εκεί για να πάρει πίσω τον εξοπλισμό του. Φυσικά, το σημείο όπου πεθάναμε είναι τίγκα στα πλασματάκια που μας σκότωσαν, των οποίων η μοναδική φιλοδοξία στην ψηφιακή ζωή τους είναι να μας πετσοκόψουν ξανά. Σε περίπτωση που μας σκοτώσουν ξανά, μία δεύτερη ταφόπλακα ξεπετάγεται στο ίδιο σημείο κ.ο.κ. Ο καλύτερος τρόπος για να μη μετατρέψουμε τον κόσμο του Silverfall σε ένα γιγάντιο... νεκροταφείο είναι να έχουμε μόνιμα στο inventory μας μία αλλαξιά «ρούχων» - πανοπλία, όπλα κ.λπ. – ούτως ώστε να μην είμαστε εύκολος στόχος των εχθρών που περιφέρονται γύρω από τον τάφο μας. Το θετικό είναι ότι οι χτυπημένοι αντίπαλοι αργούν να ανανεώσουν το health τους κι έτσι, αν το μέρος όπου χάσαμε τη ζωή μας είναι κοντά και κινηθούμε γρήγορα, μπορούμε να τους αποτελειώσουμε σχετικά εύκολα, δοθέντος του ότι τους είχαμε προκαλέσει σοβαρή ζημιά στην πρώτη συνάντησή μας. Μόλις ολοκληρώσουμε το quest που μας αναθέτει ο Lilitip, έχουμε τη δυνατότητα να αποφύγουμε το δράμα που προανέφερα, πληρώνοντας κάθε φορά ένα κάρο χρήματα για να εμφανιστούμε στον καταυλισμό με πλήρη εξάρτυση. Ο Lilitip είναι μακρινός πρόγονος των σύγχρονων ασφαλιστών με τη διαφορά ότι αντί για κοστούμι φοράει κουρέλια, είναι κακομούτσουνος και απαιτεί τον ουρανό με τα άστρα για να μας προσφέρει τις υπηρεσίες του. Μιαςκαι τα drops των τεράτων μάς προσφέρουν γρήγορο και εύκολο πλουτισμό, σας συμβουλεύω να κάνετε ασφάλεια ζωής σε αυτό τον αγιογδύτη διότι, σε αντίθετη περίπτωση θα αναγκαστείτε α) να τον πληρώσετε άπειρο χρήμα ή β) να διανύσετε «ποδαράτο» μία τεράστια απόσταση γεμάτη εχθρούς μέχρι να φτάσετε στο μνήμα σας!

Το skill tree του παιχνιδιού είναι από τα πληρέστερα που έχω αντικρίσει σε RPGs. Χωρίζεται σε τρεις βασικές κατηγορίες, τις Combat, Magic και Other, οι οποίες υποδιαιρούνται σε τρεις υποκατηγορίες, οι οποίες καλύπτουν όλο το φάσμα των ικανοτήτων που μπορεί να προσφέρει η μαγική τέχνη ή η τέχνη του πολέμου. Για παράδειγμα, στη νευραλγική κατηγορία Combat υπάρχουν οι υποκατηγορίες Melee και Shoot, οι οποίες αναπτύσσουν τις melee και ranged επιθέσεις αντίστοιχα, προσφέροντας νέες φονικές κινήσεις και ενισχύοντας με παθητικά skills τις συνολικές επιδόσεις μας. Στη συνέχεια, πάμε στην τρίτη υποκατηγορία, το Technique, όπου προσθέτουμε skill points σε skills τα οποία τελειοποιούν συνολικά τον ήρωά μας, επιτρέποντάς του να αποφεύγει ευκολότερα τα χτυπήματα, να κινείται ταχύτατα, να κάνει μεγαλύτερο damage με όλα τα όπλα κ.ο.κ. Στην κατηγορία Magic, οι τρεις σχολές μαγείας του παιχνιδιού – elemental, light και shadow magic – έχουν το δικό τους section, καλώντας μας να αποφασίσουμε ποιο είδος μαγείας προτιμούμε ή να επιλέξουμε τον καλύτερο συνδυασμό ξορκιών και από τις τρεις σχολές. Last but not least έρχεται η κατηγορία Other που υποδιαιρείται σε Race, Nature και Technology. Μαζί με κάθε ράτσα του παιχνιδιού, πάει πακέτο ένας μικρός αριθμός μοναδικών skills που αναπτύσσουν θεαματικά τις ικανότητες του χαρακτήρα μας. Στην περίπτωση του πρασινοτόμαρου Troll που επέλεξα, τα race skills αύξησαν τρομερά το strength και το damage με συνέπεια, όπου βάραγε ο δικός μου, να πονάει ανυπόφορα! Επίσης, τα quests που επιλέγουμε να ολοκληρώσουμε, οδηγούν στην ένταξη μας σε μία από τις 2 κυρίαρχες δυνάμεις του κόσμου του Silverfall, Τεχνολογία και Φύση. Η αφοσίωση μας σε κάποια από τις 2 ξεκλειδώνει και το αντίστοιχο σετ skills στο skill tree μας.

Συγκριτικά, τα Nature και Technology προσφέρουν περίπου τα ίδια περίπου bonuses με διαφορετικό τρόπο. Αυξάνουν τα abilities του χαρακτήρα, μας προσφέρουν μηχανικούς ή ζωντανούς σκλάβους για να μας υπηρετήσουν στην μάχη, μας μεταμορφώνουν σε… Robocop ή λυκάνθρωπο κ.ο.κ. Ευτυχώς οι developers προνόησαν να εφοδιάσουν το game με έναν skill master, στον οποίο μπορούμε να ανακατανείμουμε τα skill points που έχουμε τοποθετήσει σε skills που δεν μας ικανοποίησαν, με το αζημίωτο, βέβαια. Το πλουσιότατο skill system του παιχνιδιού μάς επιτρέπει να τροποποιήσουμε τις ικανότητες του χαρακτήρα μας απαλλαγμένοι από την στενή λογική των classes. Δεν ήταν λίγες οι φορές που πυροβόλησα το στόχο μου από μακριά, στη συνέχεια τράβηξα το ξίφος μου και του άλλαξα τα φώτα από κοντά, ενώ την ίδια στιγμή με το άλλο χέρι μου στόλιζα το πρόσωπό του με lightning bolts. Ασφαλώς, η εξειδίκευση σε κάποιον τρόπο μάχης κρίνεται απαραίτητη, διότι, για να αναπτύξετε εξίσου όλες τις πολεμικές και μαγικές τέχνες του παιχνιδιού στον ίδιο χαρακτήρα, χρειάζεστε άπειρα levels, όμως μπορείτε να αναπτύξετε τα πιο ισχυρά skills από κάθε κατηγορία στο μάξιμουμ.

Η μετακίνησή μας στον εκάστοτε καταυλισμό είναι απλούστατη και πανομοιότυπη με του Guild Wars. Ανοίγουμε το μεγάλο χάρτη, πατάμε πάνω στο icon του καταυλισμού και voila, είμαστε εκεί έτοιμοι να πουλήσουμε τη σαβούρα, να προμηθευτούμε εφόδια για τη μάχη και φυσικά, να μιλήσουμε με όποιον μας ανέθεσε το quest που μόλις ολοκληρώσαμε. Ο τεράστιος κόσμος του Silverfall είναι χωρισμένος σε περιοχές και καθεμία διαθέτει τέτοιους καταυλισμούς γεμάτους NPCs που προσφέρουν χρήσιμο εξοπλισμό και quests. Ενας τρόπος να τη σκαπουλάρετε από αδιέξοδες συγκρούσεις, είναι να τηλεμεταφέρεστε στον πλησιέστερο καταυλισμό. Με την ίδια μέθοδο ανασταίνετε τους πεσόντες συντρόφους σας. Επειδή η τηλεμεταφορά στους λιγοστούς καταυλισμούς θα προϋπέθετε πολύ βάδισμα, το παιχνίδι μάς επιτρέπει να τηλεμεταφερθούμε και σε διάφορα dungeons, το icon των οποίων αποτυπώνεται μόνιμα στο χάρτη όταν τα επισκεφθούμε. Ετσι, μία σειρά από σημεία τηλεμεταφοράς που βρίσκονται ακτινωτά στο χάρτη, μας επιτρέπει να προσεγγίζουμε εύκολα και χωρίς πολύ περπάτημα τα μέρη όπου θέλουμε να πάμε. Συνιστώ το ενδελεχές σκανάρισμα του χάρτη προς αποκάλυψη όλων των companions και, φυσικά, για μαζική συσσώρευση experience points και χρήσιμων αντικειμένων.

Συντρόφους είπα πριν; Το Silverfall δεν μας επιτρέπει να καθαρίσουμε ολόκληρο το χάρτη από πλάσματα μόνοι μας σαν την καλαμιά στον κάμπο. Οχι κύριοι, στο διάβα μας μέσα στους καταυλισμούς ή χύμα στην πίστα συναντούμε ξεχωριστούς quest givers, με τους οποίους αλληλεπιδρούμε ως εξής: μας αναθέτουν μία αποστολή την οποία αν θέλουμε αναλαμβάνουμε. Μόλις την ολοκληρώσουμε, ο NPC έρχεται μαζί μας, γεμίζοντας μία από τις 2 διαθέσιμες θέσεις για companions. Μια και ο χάρτης είναι απέραντος, οι companions είναι αρκετοί, οπότε έχουμε τη δυνατότητα επιλογής.

Προκειμένου να διαμορφώσουμε την ομάδα ανάλογα με τις απαιτήσεις του εκάστοτε χάρτη ή quest, ενσωματώνουμε στην ομάδα μας όποιον μας χρειάζεται, ανάλογα με την class του και αφήνουμε τους υπολοίπους για πιθανή μελλοντική χρήση, έχοντας υπόψη ότι όλοι τους έχουν το ίδιο level με εμάς. Για παράδειγμα, πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε στο team μας έναν priest για να προβαίνει στα απαραίτητα buffs την ώρα που εμείς και οι υπόλοιποι fighters ή mages μας θα κερνάμε τον εχθρό βρομόξυλο! Η αλληλεπίδραση μας με τους companions είναι εκπληκτική. Δεν μπορούμε να τους χειριστούμε όπως στο Neverwinter Nights 2, αλλά μπορούμε να τους φορέσουμε εξοπλισμό και να προσαρμόσουμε τη συμπεριφορά τους στις απαιτήσεις μας, μιλώντας τους. Καθορίζουμε αν οι spellcasters θα ασχολούνται με το healing μας ή θα χρησιμοποιούν τα επιθετικά ξόρκια τους για να διαλύσουν εχθρούς, αν οι fighters θα λειτουργούν ως σωματοφύλακες του χαρακτήρα μας, προστατεύοντάς μας ή θα τους χρησιμοποιούμε ως ασπίδα πίσω από την οποία κρυβόμαστε. Η προσωπικότητα κάθε companion κάνει τη διάδραση μαζί τους μία μοναδική εμπειρία. Στην πορεία της περιπέτειας, οι companions θα μας μιλάνε για διάφορα πράγματα και οι απαντήσεις μας θα καθορίσουν τη μετέπειτα συμπεριφορά τους. Αν είμαστε ευγενικοί απέναντι τους, θα σκίζονται να μας βοηθήσουν στη μάχη, αν τους προσβάλλουμε συνέχεια, θα τα πάρουν στο κρανίο και θα μας δημιουργήσουν πρόβλημα. Καθένας τους μάλιστα έχει την προσωπική ιστορία του και ατζέντα, κάτι που μεταφράζεται σε ξεχωριστά quests που μας προσφέρει έκαστος. Το κομμάτι του gameplay που αφορά στους companions εμπλουτίζει το παιχνίδι και κατ’ εμέ είναι το καλύτερο στοιχείο του.

Το inventory αποδεικνύεται προβληματικό στην πορεία. Λόγω περιορισμένου μεγέθους, γεμίζει ταχύτατα όσο προχωράμε κόβοντας…λαιμούς, με αποτέλεσμα να ξεχειλίζει συχνά, υποχρεώνοντάς μας ή να γυρίσουμε σε καταυλισμό για να το αδειάσουμε ή να πετάξουμε τη σαβούρα στο έδαφος και να κρατήσουμε μόνο τα υψηλής ποιότητας αντικείμενα. Με το πλήκτρο Control ανιχνεύουμε όλα τα drops που ρίχνουν οι εχθροί, τα οποία συνήθως είναι ισοδύναμα ή και καλύτερα από τον εξοπλισμό που αποκτούμε πληρώνοντας στους merchants. Ανάλογα με το quality και τις ικανότητες κάθε drop, επιλέγουμε αν θα το τσιμπήσουμε ή όχι. Μια και το inventory έχει μικρή χωρητικότητα, καλό είναι να μαζεύετε μόνο τα αντικείμενα εξαιρετικής ποιότητας από ένα σημείο και μετά.

Σε καμία περίπτωση, τα γραφικά του παιχνιδιού δεν αγγίζουν την τελειότητα του Titan Quest. Είναι καλοφτιαγμένα, δίνουν την εντύπωση cel – shaded καρτουνίστικου στυλ και απεικονίζουν ικανοποιητικά τον πρωτότυπο κόσμο του παιχνιδιού, αλλά δεν καταφέρνουν να εντυπωσιάσουν, προσδίδουν πάντως μία ξεχωριστή νότα στο παιχνίδι. Το interface του game είναι απλοϊκό και προχειροφτιαγμένο. Ολες οι διαθέσιμες λειτουργίες του χαρακτήρα μας συγκεντρώνονται σε μία τεράστια toolbar στο κάτω δεξιά τμήμα της οθόνης. Οι 3 βασικές μπάρες – health, mana, experience – δεσπόζουν εκεί και πλαισιώνονται από μία σειρά icons που εκτελούν όλες τις υπόλοιπες λειτουργίες – εναλλαγή μεταξύ melee και ranged attacks, είσοδος στο inventory ή στην skill screen κ.λπ. Το εν λόγω toolbar είναι αντιαισθητικό και αρκετά άβολο για το χρήστη που έχει συνηθίσει στην ευκολία των MMOs και των single player RPGs. Για παράδειγμα, δεν μπορείς εύκολα να πατήσεις τα περισσότερα icons εν ώρα μάχης, έτσι αναγκάζεσαι να καταφύγεις στα numeric keys για να πιεις ένα potion, μία διαδικασία που δεν έχει την παραμικρή σχέση με το one click action του Titan Quest. Το animation του game δεν είναι κάτι τρομερό, αλλά είναι ομαλό και καταγράφει όμορφα τις αντιδράσεις των χαρακτήρων στα τεκταινόμενα. Τα εφέ των spells είναι χάρμα οφθαλμών. Επιλέγοντας το ξόρκι που επιθυμούμε, ο spellcaster μας ολοκληρώνει την επίκλησή του με τη βοήθεια του υποδειγματικού animation του παιχνιδιού και… all hell breaks loose στα κεφάλια των τεράτων. Φλεγόμενοι μετεωρίτες πέφτουν από τον ουρανό, ο χαρακτήρας μας εξαπολύει κεραυνούς από τα δάχτυλα του σαν μεσαιωνικός… Palpatine, fireballs τηγανίζουν τα πάντα και γενικότερα η χρήση των spells δημιουργεί έναν φαντασμαγορικό... πανζουρλισμό, κάτι πραγματικά πολύ εντυπωσιακό.

Η μάχη δεν είναι αυτοματοποιημένη, κάτι που μεταφράζεται σε μανιώδες πάτημα του δεξιού mouse button. Οταν κοπανάμε ομάδα αντιπάλων, αντιμετωπίζουμε το εκνευριστικό σπάσιμο της επίθεσης μας από τα πολλά χτυπήματα, σε σημείο να μην προλαβαίνουμε να ρίξουμε ούτε ένα χτύπημα! Οσο αυξάνουμε το constitution, τα φαινόμενα αυτά μειώνονται, αλλά δεν παύουν να είναι μία εκνευριστική πλευρά του παιχνιδιού. Αλλο εκνευριστικό χαρακτηριστικό του είναι η ρουτίνα του save: υπάρχει μόνο μία, κάτι που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για λάθη και, όταν βγούμε από το παιχνίδι και μπούμε ξανά, δεν ξεκινάμε από το σημείο όπου το είχαμε σώσει, αλλά από τον κεντρικό καταυλισμό της περιοχής! Οσον αφορά στο νευραλγικό τομέα του unit cap, τα πράγματα είναι θετικά, μια και μπορεί να μην το έχω αγγίξει ακόμη, αλλά κρίνοντας από το multiplayer section είναι 80 levels, πολύ ικανοποιητικός αριθμός για να αναπτύξεις στο έπακρο τα abilities και τα skills που επιλέξαμε. Το Silverfall είναι μία καλή πρόταση για το θιασώτη των action RPGs, αλλά, παρότι παρουσιάζει μία ικανοποιητική εικόνα, δεν κατορθώνει να ενθουσιάσει πραγματικά.