Το 1974 ήταν μία χρονιά-σταθμός για το χώρο των ταινιών τρόμου. Ηταν η χρονιά που βγήκε στις αίθουσες μία από τις τρομακτικότερες ταινίες όλων των εποχών, ένα μνημειώδες έργο απανθρωπιάς, παραφροσύνης, βίας και ανατριχιαστικού ρεαλισμού, που δικαίως συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ. Φυσικά, ο λόγος για το ανυπέρβλητο “The Texas Chainsaw Massacre”, μία ταινία που αποτέλεσε το χάρτη πάνω στον οποίο μια ολόκληρη γενιά ταλαντούχων σκηνοθετών βασίστηκε για να δημιουργήσει και να χαρτογραφήσει τους δικούς της εφιαλτικούς κόσμους.
Πρόκειται για ένα απίστευτα σκοτεινό έπος, που αμέσως μετά την προβολή του ενσωματώθηκε στη λαϊκή κουλτούρα και πέρασε με μεγάλη ευκολία στο ασυνείδητο εκατομμυρίων οπαδών της horror αισθητικής, σηματοδοτώντας μια ιστορική στιγμή για τον παγκόσμιο κινηματογράφο. Μετά τη θέαση της ταινίας δεν υπήρξε – ούτε πρόκειται να υπάρξει – άτομο που, σκεπτόμενο τη λέξη αλυσοπρίονο (chainsaw), δεν θα την ταυτίσει αμέσως στο μυαλό του με τον υπέροχο Leatherface. Θεωρώ αμφίβολο αν θα μπορούσαν να δημιουργηθούν αριστουργήματα όπως τα "Nightmare On Elm Street", "Friday The 13th", "Halloween" και πολλά άλλα χωρίς την πολύτιμη συνδρομή του εκπληκτικού "Texas Chainsaw Massacre", που άνοιξε νέους δρόμους στον τρόπο με τον οποίο γυρίζονται οι ταινίες τρόμου στο σινεμά. Ο μεγάλος John Carpenter δήλωσε πως η ταινία τού ηρέμησε την ψυχή και μετά το τέλος της πήγε στο σπίτι του και κοιμήθηκε σαν μωρό! Ενας άλλος κολοσσός του κινηματογραφικού στερεώματος, ο Ridley Scott, λίγο προτού ξεκινήσει τα γυρίσματα της καλύτερης ταινίας sci-fi horror όλων των εποχών, του "Alien", παρακολούθησε με προσοχή μια κόπια του "Texas Chainsaw Massacre", με σκοπό να αντλήσει ιδέες και έμπνευση για τη δημιουργία έντονου κινηματογραφικού σασπένς!
Προτού συνεχίσουμε όμως την καταγραφή των αμέτρητων ανθρώπων και τομέων που επηρέασε θετικά η εκπληκτική ταινία του Tobe Hooper, καλό είναι να ασχοληθούμε και λίγο με την ίδια την ταινία σε μία προσπάθεια να κατανοήσουμε περισσότερο την επιτυχία της.

Who Will Survive And What Will Be Left Of Them;
Το story του αριστουργήματος μας μεταφέρει στα τέλη καλοκαιριού του 1973, για την ακρίβεια στις 18 Αυγούστου. Διασχίζοντας με το βαν τους ένα Τέξας που φλέγεται από το δυνατό καλοκαιρινό ήλιο, η Sally, ο ανάπηρος αδερφός της Franklin και τρεις φίλοι του (Kirk, Pam και Jerry) κατευθύνονται προς τον τάφο του παππού της Sally, έχοντας ως σκοπό να ερευνήσουν την περιοχή ύστερα από κάποιες καταγγελίες που υπήρξαν για τυμβωρυχία στο νεκροταφείο που τον φιλοξενεί (η πρώτη σκηνή της ταινίας μάλιστα μας δείχνει ξεθαμμένους σκελετούς, τοποθετημένους με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργούν ένα μακάβριο έργο τέχνης). Στη διαδρομή συναντούν και παίρνουν μαζί τους έναν προβληματικό, παραμορφωμένο τύπο, ο οποίος ύστερα από λίγη ώρα επιτίθεται με μαχαίρι στον Franklin, αναγκάζοντας τους υπόλοιπους να τον διώξουν. Φτάνοντας στην εγκαταλελειμμένη φάρμα του παππού της Sally, η συντροφιά χωρίζεται καθώς η Pam και ο Kirk ξεμακραίνουν, ψάχνοντας να βρουν βενζίνη για το αυτοκίνητό τους. Η έρευνα τους οδηγεί σε ένα κοντινό σπίτι, το οποίο, δυστυχώς γι' αυτούς, είναι το σπίτι του τρελού ωτοστόπερ και της οικογένειας κανιβάλων στην οποία ανήκει, όπου ο Kirk, ακούγοντας τον ήχο μιας γεννήτριας, μπαίνει μέσα με σκοπό να το εξερευνήσει. Το μόνο όμως που βρίσκει είναι ο Leatherface, που εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά του και κρατώντας ένα σφυρί, ως άλλος Thor, κατακεραυνώνει τον Kirk ανοίγοντάς του το κρανίο! Η ίδια οικτρή μοίρα περιμένει και τους υπόλοιπους της παρέας, με κορυφαία στιγμή τη θανάτωση της Pam, την οποία ο Leatherface κρεμάει σε ένα τσιγκέλι που χρησιμοποιείται για να κρεμάνε τα γουρούνια!
Η πρώτη μεγάλη καινοτομία που χρησιμοποίησε ο Hooper και που τελικά ωφέλησε την όλη αισθητική του φιλμ, είναι η αδιάκοπη χρήση κοντρ-πλονζέ πλάνων. Από την αρχή μέχρι το τέλος η κάμερα είναι τοποθετημένη σε ύψος μερικών εκατοστών μέχρι ενός μέτρου από το έδαφος και έτσι σε όλα τα πλάνα οι χαρακτήρες φαίνονται διογκωμένοι, σχεδόν γιγάντιοι, προσδίδοντας μεγαλύτερη έμφαση στις χειρονομίες και τις εκφράσεις τους, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα φόβου στο θεατή, που κορυφώνεται κατά τη διάρκεια των απότομων close-ups που απολαμβάνουμε στις σκηνές βασανισμού της Sally από τη μανιακή οικογένεια. Η ακατέργαστη εικόνα του φιλμ, που μοιάζει με ντοκιμαντέρ, δημιουργεί και συντηρεί στο θεατή την ψευδαίσθηση πως τα τεκταινόμενα στην οθόνη συνέβησαν πραγματικά και, τέλος, η – στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας – απόλυτη έλλειψη μουσικής επένδυσης, δημιουργεί ένα πολύ αρρωστημένο κλίμα, μία απειλητική αίσθηση.
Οι ήχοι που κυριαρχούν στην ταινία είναι τα ουρλιαχτά των θυμάτων – κυρίως το διαπεραστικό όσο και παρατεταμένο ουρλιαχτό της Sally – και φυσικά ο μηχανικός ήχος του θρυλικού αλυσοπρίονου του Leatherface που, κραδαίνοντάς το με ντελικάτες κινήσεις, κουτσουρεύει οτιδήποτε βρεθεί στο δρόμο του – έμψυχο ή άψυχο. Θεωρώ επίσης εξυπνότατη τη μεταφυσική χροιά που προσπάθησε να δώσει ο Hooper στην ταινία, βάζοντας την Pam να διαβάζει τις ζωδιακές προβλέψεις, που δεν προμήνυαν τίποτε καλό για τα μέλη της ομάδας, αλλά και την εκπληκτική πανσέληνο που απαθανάτισε η κάμερα. Κορυφαίο, βέβαια, συστατικό επιτυχίας για την ταινία υπήρξε η παρουσία του Leatherface.

Leatherface: Ένας άντρας πετσί και κόκκαλο!
Οι λέξεις "πετσί και κόκκαλο" χαρακτηρίζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή ενός από τους γοητευτικότερους κινηματογραφικούς serial killers, που δίκαια κατέκτησε μία θέση στο πάνθεον των κλασικών κινηματογραφικών τεράτων, δίπλα στους Krueger, Frankenstein, Voorhees, Bates, Myers και πολλούς άλλους. Φυσικά, δεν αναφέρομαι στη σωματική διάπλασή του, η οποία είναι θηριώδης, αλλά στις πέτσες και τα κόκκαλα των θυμάτων που τον περιτριγυρίζουν και βρίσκονται διάσπαρτα παντού μέσα στο σπίτι του! Επίσης, αναφέρομαι στην υπέροχη μάσκα από ανθρώπινο δέρμα που φορά, κρατώντας κρυφό από τα βλέμματα των πεινασμένων για παραμορφώσεις θεατών το πρόσωπό του.
Ο Leatherface παρουσιάζει πολλές ομοιότητες αλλά και διαφορές με τους υπόλοιπους κορυφαίους μανιακούς. Φοράει μάσκα όπως αυτοί, με τη διαφορά ότι η μάσκα του είναι "ζωντανή"! Είναι σμιλεμένη από τη σάρκα των προσώπων των θυμάτων του, κάτι που την καθιστά μοναδική στο είδος της και του δίνει ένα προβάδισμα σε σχέση με τους υπόλοιπους φονιάδες. Επίσης, στη σωματική διάπλαση και στο πνευματικό επίπεδο μοιάζει περισσότερο με τον Jason Voorhees: στην ουσία είναι ένα παιδί που βρίσκεται αιχμάλωτο μέσα στο σώμα ενός γορίλα, μια θεόρατη μηχανή καταστροφής που δεν έχει, βέβαια, τη σατανική μεθοδικότητα και το μίσος του μέγα Jason, αλλά απλώς προσπαθεί να προστατεύσει τα όρια της περιοχής του και την οικογένειά του από εξωτερικούς εισβολείς. Ο μόνος ήχος που εκστομίζει το παραμορφωμένο στόμα του είναι ένα κτηνώδες γρύλισμα, που μοιάζει με τον ήχο γουρουνιού, θυμίζοντας έτσι τους σιωπηλούς θεούς Myers και Jason και διαφέροντας από τον αθυρόστομο, πολυλογά Krueger. Η μεγαλύτερη διαφορά που έχει με τους υπόλοιπους είναι η ύπαρξη συνενόχων στα εγκλήματά του, μιας ολόκληρης οικογένειας για την ακρίβεια, ερχόμενος σε πλήρη αντίθεση με τη μοναχική πορεία των άλλων serial killers. Είναι απολύτως λογικό ότι ένας τέτοιος χαρακτήρας δεν θα μπορούσε παρά να βασίζεται σε κάποιο υπαρκτό ανθρώπινο τέρας, με το οποίο θα ασχοληθούμε ευθύς αμέσως.

No pain, no… Gein: Ο άνθρωπος πίσω από τον θρύλο
Ο μέγας Tobe Hooper άντλησε την έμπνευσή του για τη δημιουργία της απειλητικής φιγούρας του Leatherface από τον πραγματικό μανιακό φονιά Ed Gein, ο οποίος έμεινε γνωστός στην ιστορία με το παρατσούκλι "Wisconsin Ghoul"! Ο Leatherface δεν είναι ο μοναδικός serial killer του σινεμά που βασίστηκε στον Gein. Χαρακτήρες όπως ο περίφημος Norman Bates του "Psycho", ο Ezra Cobb του "Deranged", ο Buffalo Bill του "Silence Of The Lamps" και πολλά άλλα κινηματογραφικά ανθρωπόμορφα τέρατα επηρεάστηκαν από τον Gein, εντούτοις το "Texas Chain Saw Massacre" είναι η ταινία που τον καθιέρωσε στη φαντασία του κοινού.
Η ιστορία του Ed Gein έγινε γνωστή το 1957 και συγκλόνισε ολόκληρη την Αμερική με την αγριότητά της. Ο Ed Gein, ένας αγρότης του Wisconsin, ζούσε απομονωμένος με τη μητέρα του, φροντίζοντάς τη ύστερα από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο που την κατέστησε ανάπηρη. Αυτή η γυναίκα ήταν θρησκόληπτη, φανατική και καταπίεζε τον κανακάρη της διδάσκοντάς τον πως όλες οι γυναίκες είναι δημιουργήματα του Σατανά και φυτεύοντας το σπόρο για τη μετέπειτα εγκληματική συμπεριφορά του. Δύο ήταν τα μεγάλα πάθη που είχε ο Ed Gein στη ζωή του: τη μητέρα του (σε σημείο που όταν εκείνη πέθανε, ο Ed σφράγισε το δωμάτιό της) και οι ιστορίες για εγκλήματα. Συνήθιζε να ξεκοκκαλίζει με τις ώρες ό,τι σχετικό έπεφτε στα χέρια του, από αστυνομικά μυθιστορήματα μέχρι βιβλία ανατομίας, και μετά να τα συζητά με τους κατοίκους μιας κοντινής πόλης, του Plainfield, οι οποίοι τον θεωρούσαν μεν παράξενο αλλά τον συμπαθούσαν! Πόσο λίγα γνώριζαν οι ταλαίπωροι!
Μια ωραία πρωία ο Bernice Worden, ιδιοκτήτης ενός καταστήματος στο Plainfield, εξαφανίστηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Βρέθηκαν στοιχεία που οδηγούσαν στον Gein, ο οποίος εθεάθη να περιφέρεται γύρω από το κατάστημα μερικές μέρες πριν από την εξαφάνιση. Ο σερίφης της πόλης πήγε μέχρι το σπίτι του και μπαίνοντας στην κουζίνα, αντίκρισε το ακέφαλο πτώμα του Worden να κρέμεται από το πόδι, ξεκοιλιασμένο και ντυμένο σαν ελάφι! Το κεφάλι βρέθηκε μέσα σε ένα κουτί με εργαλεία και η καρδιά του κλεισμένη μέσα σε μια πλαστική σακούλα πάνω στη σόμπα! Σε διάφορα άλλα σημεία του σπιτιού οι αρχές ανακάλυψαν 10 δέρματα από ανθρώπινα κεφάλια, βραχιόλια και καρέκλες με επένδυση από ανθρώπινα δέρματα, ένα κουτί γεμάτο κομμένες μύτες, δέρμα από γυναικείο στήθος πεταμένο στο πάτωμα σαν χαλί και άλλα… καλούδια! Υστερα από την ανάκριση στην οποία υποβλήθηκε, ο Gein παραδέχτηκε πως ήταν υπεύθυνος για δύο εγκλήματα, του Worden και της Mary Hogan, μιας 54χρονης ιδιοκτήτριας Saloon, που είχε εξαφανιστεί το 1954. Για τα υπόλοιπα μακάβρια ευρήματα ισχυρίστηκε πως τα έπαιρνε από τάφους γυναικών! Μεταγενέστερες μελέτες χαρακτήρισαν τον Gein κανίβαλο και νεκρόφιλο, αλλά ένα άρθρο των "Times" το 1957 αντέκρουσε τις παραπάνω κατηγορίες λέγοντας πως ο Gein κρατούσε τα ανθρώπινα απομεινάρια για να τα κοιτά απλώς, παρουσιάζοντάς τον απλώς ως διεστραμμένο! Η ιστορία του Gein έγινε πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες των ΗΠΑ μαζί με ενα 8σέλιδο αφιέρωμα στο περιοδικό "Life". Τελικά, ο Ed Gein κλείστηκε ισόβια στο πολιτειακό άσυλο του Wisconsin για τους παρανοϊκούς εγκληματίες, γράφοντας έτσι τον επίλογο της αιματοβαμμένης ιστορίας του.

Η επίθεση των κλώνων!
Μετά την απίστευτη επιτυχία του "Texas Chainsaw Massacre" στο παγκόσμιο box office – η ταινία είχε budget 140.000 δολάρια και έκανε εισπράξεις 100 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως – ήταν αναμενόμενο η χολιγουντιανή βιομηχανία να ξεκινήσει τη δημιουργία μιας σειράς sequel με σκοπό την εκμετάλλευση της περσόνας του Leatherface. Η πρώτη προσπάθεια έγινε από τον ίδιο τον Tobe Hooper, ο οποίος δημιούργησε το "Texas Chainsaw Massacre 2" που δυστυχώς δεν έχει καμία σχέση με το πρωτότυπο, αφού μοιάζει περισσότερο με παρωδία. Πρωταγωνιστεί ο Dennis Hopper στο ρόλο του Τεξανού σερίφη Lieutenant “Lefty” Enright, που έχει θέσει ως απώτερο σκοπό της ζωής του την εξόντωση του Leatherface και της οικογένειάς του. Ο Hopper, με μια στολή σερίφη που θυμίζει αποκριάτικο χορό, εξευτελίζεται σε μια ταινία που έχει να επιδείξει μόνο μια αξιόλογη σκηνή, όταν ο Leatherface ανοίγει με το πριόνι του την οροφή ενός αυτοκινήτου και ταυτόχρονα το κρανίο του επιβαίνοντα σε αυτό!
Το 1990 ο Jeff Burr αποπειράται να αναστήσει την περσόνα του Leatherface στην τρίτη ταινία της σειράς, μία ταινία σαφώς καλύτερη του δεύτερου μέρους. Το "Leatherface: The Texas Chainsaw Massacre 3" παρουσιάζει την ιστορία ενός ζευγαριού που δέχεται την επίθεση ενός Jeep καλυμμένου από ανθρώπινες σάρκες, στο οποίο επιβαίνουν – ποιοι άλλοι; – ο Leatherface και η αγαπημένη του οικογένεια, στην οπoία προστέθηκαν και μερικά καινούρια μέλη, όπως οι παρανοϊκοί δίδυμοι και ένα 12χρονο αγόρι που ανυπομονεί να πιάσει δουλειά με το σφυρί του! Δυστυχώς, οι παραγωγοί της New Line, έχοντας την εντύπωση πως η ταινία θα έπρεπε να γίνει πιο mainstream – για εμπορικούς φυσικά λόγους – πέτυχαν να την πετσοκόψουν για να περάσει με το χαρακτηρισμό R στη μαζική κατανάλωση! Αίσχος! Τέσσερα χρόνια μετά, ο σεναριογράφος του πρωτότυπου "Texas Chainsaw Massacre" Kim Hankel αποτολμά το πέρασμα πίσω από την κάμερα για τη δημιουργία του τέταρτου μέρους της επικής σειράς, με τον τίτλο "The Texas Chainsaw Massacre: The Next Generation", στο οποίο πρωταγωνιστούν οι άγνωστοι εκείνη την εποχή Matthew McConaughey και Rene Zellweger. Και οι τρεις συνέχειες του πρωτότυπου δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τη μετριότητα στο παγκόσμιο box office, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των οπαδών τους.
Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με το remake που αποπειράθηκε να δημιουργήσει ο σκηνοθέτης Marcus Nispel, υπό το βλέμμα του παραγωγού Michael Bay. Το «The Texas Chainsaw Massacre» του 2003 στηρίχτηκε περισσότερο στις τεράστιες ποσότητες αίματος για να κερδίσει το κοινό, υπολογίζοντας εντελώς λανθασμένα το γούστο όσων το τίμησαν με το εισητήριό τους στους κινηματογράφους. Το κοινό, αντίθετα από τη νοοτροπία του σκηνοθέτη, επιζητούσε τον ψυχολογικό, κλειστοφοβικό τρόμο του πρώτου κι έτσι οι περισσότερες κριτικές ήταν αρνητικές.
Το 2006 προβλήθηκε το prequel “The Texas Chainsaw Massacre: The Beginning”, μία ταινία που εξερευνούσε τις ρίζες της δράσης της παρανοϊκής οικογένειας. Σε αυτήν παρουσιάστηκε η πρώτη δερμάτινη μάσκα του Leatherface, καθώς και ο πρώτος φόνος που εκτέλεσε χρησιμοποιώντας το αλυσσοπρίονο.
Όσο για το μέλλον του franchise; Προς το παρόν, ο παραγωγός Brad Fuller δηλώνει πως δεν υπάρχουν σχέδια για κάποια νέα ταινία.