Οταν το 1987, ο νεαρός συγγραφέας Clive Barker σκηνοθέτησε τη συγκλονιστική ταινία τρόμου με τον τίτλο “Hellraiser”, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τη μετεξέλιξή της σε μία από τις πιο πετυχημένες σειρές ταινιών τρόμου όλων των εποχών.
Πόνος και απόλαυση, δύο έννοιες οι οποίες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Παρόλα αυτά, δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η γραμμή που χωρίζει τον πόνο και την απόλαυση δεν είναι και τόσο ξεκάθαρη. Σε αυτό το θέμα στηρίχτηκε και η κλασική πλέον σειρά “Hellraiser”, γέννημα της φαντασίας του Βρετανού Clive Barker, ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς στο χώρο του horror. Η σειρά πραγματεύεται τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους αντιλαμβάνεται κανείς την κόλαση, μία έννοια που μπορεί να αποδειχθεί αμείλικτη για τους πολλούς ή λυτρωτική για ορισμένους.

Hellraiser: Farewell To The Flesh
Το 1987 ο Clive Barker βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους απογοήτευσης. Ο λόγος; Οι δύο αποτυχημένες προσπάθειες μεταφοράς διηγημάτων του στον κινηματογράφο, που εξελίχτηκαν στα μετριότατα φιλμ τρόμου “Underworld” (1985) και “Rawhead Rex” (1986). Πιστεύοντας ακράδαντα στην εικαστική δύναμη των ιστοριών του, ο Barker αποφάσισε να κάνει τα πάντα προκειμένου να σκηνοθετήσει μία ταινία βασισμένη σε μυθιστόρημά του. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία της ταινίας “Hellraiser”, μίας από τις πιο ουσιαστικές και εγκεφαλικές ταινίες τρόμου που γυρίστηκαν ποτέ. Πόνος, τρόμος, λαγνεία, θάνατος, σκοτάδι, ανομολόγητα πάθη, δαίμονες, ποταμοί αίματος και βυθοσκόπηση της ανθρώπινης ψυχής είναι μερικά μόνο από τα κομμάτια του πανέμορφου ψηφιδωτού που δημιούργησε η φαντασία του Barker. Στεκόμενος με σεβασμό μπροστά σε μία φιλμική εποποιία, θα σας ταξιδέψω στα άδυτα ενός κόσμου γεμάτου απρόοπτα και υπέρτατες απολαύσεις.
Το “Hellraiser” ανήκει σε εκείνο το είδος ταινιών που προκαλεί ακραίες αντιδράσεις στους θεατές: ή θα τη μισήσεις ή θα τη λατρέψεις. Το εν λόγω φιλμ αποτέλεσε το σκηνοθετικό ντεμπούτο του 34χρονου τότε Clive Barker. Την εποχή εκείνη ο Barker ήταν ήδη επιτυχημένος συγγραφέας, με βραβευμένες νουβέλες, ενώ ταυτόχρονα έγραφε σενάρια για τον κινηματογράφο και το θέατρο. Θεωρώντας τον εαυτό του ως τον πλέον αρμόδιο για να οπτικοποιήσει σωστά τον εφιαλτικό κόσμο που δημιούργησε, ο Barker πούλησε σε εξευτελιστική τιμή τα δικαιώματα της νουβέλας του “The Hellbound Heart”, προκειμένου να αναλάβει τη σκηνοθεσία της ταινίας που βασίστηκε σε αυτήν, το γνωστό μας “Hellraiser”.
Στην εν λόγω ταινία ο Barker μας ξεναγεί στα πιο ζοφερά μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής, δημιουργώντας ένα φιλμ γεμάτο συγκινήσεις που σοκάρει το θεατή, ενώ παράλληλα δεν τον αφήνει να πάρει το βλέμμα του από την οθόνη. Το φιλμ αφορά σε έναν αμετανόητο ηδονιστή άντρα, που αποφασίζει να συνδιαλλαγεί με τις δυνάμεις του σκότους με σκοπό να βιώσει την απόλυτη σωματική και αισθησιακή εμπειρία. Μεγάλος γυναικοκατακτητής και λάτρης των σαρκικών ηδονών και κάθε είδους σεξουαλικής διαστροφής, ο Frank θα βρει αυτό που ζητάει στα πρόσωπα των σατανικών Cenobites. Οι Cenobites είναι τα πλάσματα που κυνηγούν τον αντι-ήρωα Frank Cotton από τα βάθη της κόλασης στον αληθινό κόσμο. Είναι ειδικοί στην τέχνη της απόλυτης ευχαρίστησης μέσω του απόλυτου πόνου. Οι Cenobites έχουν κάνει τρόπο ζωής τη συστηματική φθορά των σωμάτων τους. Απολαμβάνουν να τα κομματιάζουν με διάφορους ειδεχθείς τρόπους και στη συνέχεια να τα ξανασυναρμολογούν κατά βούληση, σαν να πρόκειται για ένα απλό πανωφόρι.
Ο Bob Keen, υπεύθυνος για τα ειδικά εφέ της ταινίας, έκανε καταπληκτική δουλειά στο σχεδιασμό των Cenobites, δημιουργώντας μια ομάδα ανεπανάληπτων πλασμάτων. Η ταινία ξεχειλίζει από συναίσθημα, τα κίνητρα των χαρακτήρων είναι αληθινά και απτά, ενώ οι ερμηνείες είναι απλώς καταπληκτικές. Η Clare Higgins είναι απολαυστική στο ρόλο της μοιραίας Julia Cotton, ερωμένης του Frank, μίας αδίστακτης γυναίκας που κάνει τα πάντα για να ξαναπολαύσει τις σαρκικές εμπειρίες που της χάρισε ο διαβολικός εραστής της. Τα κίνητρα του χαρακτήρα της Julia είναι εξαιρετικά περίπλοκα και περιβάλλουν την όμορφη γυναίκα με ένα πέπλο μυστηρίου, που υποχρεώνει το θεατή να ασκήσει πολύ τη σκέψη του για να λύσει το γρίφο της προσωπικότητάς της. Η αρχική ψυχρότητά της στην πορεία δίνει τη θέση της σε έναν παράφορο έρωτα και η σκληρή, απρόσωπη γυναίκα αποφασίζει να κυλιστεί στο βόρβορο για χάρη του ερωτικού πάθους της. Με κάθε φόνο που διαπράττει, η Julia μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε μαινάδα, έναν θηλυκό βρυκόλακα που απολαμβάνει το φονικό. Τρομερή αλλαγή για μία γυναίκα που θεωρούσε ανυπόφορη τη βία ενός πυγμαχικού αγώνα. Συγκρίνοντάς την με παρόμοιες ηρωίδες σε αμέτρητες ταινίες τρόμου, που λειτουργούν σαν μηχανές παραγωγής ουρλιαχτών, η Julia είναι μία μοναδική γυναίκα, ένα πλάσμα γεμάτο πάθη και επιτακτικές επιθυμίες, που δεν το συναντάμε συχνά στις κινηματογραφικές περιπλανήσεις μας.
Ο συμπρωταγωνιστής της, Andrew Robinson, διαθέτει μία από τις πιο καλτ εμφανίσεις που έχουμε δει ποτέ. Ο εν λόγω ηθοποιός μας έγινε αγαπητός όταν ενσάρκωσε τον παρανοϊκό Scorpio στο κλασικό φιλμ του Don Siegel, “Dirty Harry”, με πρωταγωνιστή τον Clint Eastwood στο ρόλο του επιθεωρητή Callahan. Στο “Hellraiser” ο Robinson υποδύεται με αληθοφάνεια έναν διπλό ρόλο: αυτόν του Larry Cotton, συζύγου της Julia, και το ρόλο του τρελαμένου αδερφού του, Frank (στην αρχή τον Frank υποδύεται ο Sean Chapman). Οι χαρακτήρες των Larry και Frank είναι οι αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος: φως και σκοτάδι, μειλιχιότητα και οργή, καθαρή καρδιά και απόλυτη διαστροφή. Δεν μπορεί να υπάρξει ο ένας χωρίς τον άλλο, συμβολίζουν το Yin και το Yang, τις αλληλοσυγκρουόμενες δυνάμεις που εξασφαλίζουν την ισορροπία του σύμπαντος.
Τέλος, η πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιός Ashley Laurence ενσαρκώνει με μοναδικό τρόπο την κόρη του Larry, την Kirsty Cotton, που αγωνίζεται να ανακαλύψει το μυστήριο που καλύπτει την οικογένειά της. Η Kirsty έχει διαίσθηση και βασανίζεται από αποτρόπαια όνειρα που της ανοίγουν μία πόρτα στα μελλούμενα. Μία από τις καλύτερες σκηνές της ταινίας είναι η πρώτη επαφή της Kirsty με τον κόσμο των Cenobites και η καταδίωξή της από ένα αηδιαστικό δικέφαλο πλάσμα με το όνομα Engineer.
Στο “Hellraiser” ο Barker απέδειξε πως είναι ένας από τους μεγαλύτερους εικονοπλάστες της έβδομης τέχνης. Η κομψότητα και η ομορφιά των εικόνων της ταινίας δεν έχουν προηγούμενο. Ο Barker φρόντισε να ενσωματώσει στην ταινία του τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που δίνουν το στίγμα του γραπτού λόγου του: πρωτοτυπία, πάθος, υπερβολική διαστροφή, λατρεία της σάρκας και του αίματος. Η σκηνοθεσία του Barker στο “Hellraiser” είναι υποδειγματική, γεγονός που δεν ξαφνιάζει, καθώς ως συγγραφέας του βιβλίου, είχε παίξει στην κινηματογραφική αίθουσα του μυαλού του κάθε εικόνα της ιστορίας πολύ πριν να την οδηγήσει στο σελιλόιντ. Η μουσική επένδυση του Christopher Young (Spider Man 2, Species, The Core) εκπέμπει ένα σκοτεινό μεγαλείο, που σε συνδυασμό με τις σοκαριστικές εικόνες οδηγεί τις αισθήσεις του θεατή σε πρωτόγνωρα ύψη έκστασης. Πιστεύω πως ο Young κατάφερε με τους ελεγειακούς ήχους του να ψηλαφίσει τις καταδικασμένες ψυχές που πλαισιώνουν το σκοτεινό δράμα του Barker.
Ακρογωνιαίος λίθος της ταινίας είναι ο περίφημος κύβος–πύλη της κολάσεως, με τη συμβολική ονομασία “The Lament Configuration”. Ο κύβος αυτός, που καλεί τους Cenobites από τη σκοτεινή κατοικία τους, αποτελεί το κουτί της Πανδώρας για τον Frank Cotton. Επιλύοντας το γρίφο του κύβου, χρησιμοποιώντας παραπλήσια μέθοδο με τον περίφημο Κύβο του Rubik, ο Frank εισέρχεται σε έναν κόσμο πόνου και ηδονής, πέρα από κάθε όριο. Με την κίνησή του αυτή όμως, ο απερίσκεπτος Frank ανοίγει μία πύλη στη δική μας διάσταση, από την οποία μπορούν να εισέλθουν πλέον οι κάτοικοι της κόλασης και να σπείρουν το θάνατο στην ανθρωπότητα. Σε αντίθεση με το Κουτί της Πανδώρας όμως, ο κύβος του Frank μπορεί να ξανακλείσει, φράζοντας το δρόμο στους Cenobites, μέχρι τη στιγμή που κάποιος άλλος τολμήσει να ασχοληθεί μαζί του. Το υπερβολικό αίμα που κυριαρχεί στο φιλμ ήταν απαραίτητο για την υποστήριξη της πλοκής, αλλά και για την απόλαυση των οπαδών του Clive Barker, ενός από τους πιο αδίστακτους συγγραφείς όσον αφορά στις γκροτέσκ περιγραφές και στα αιματοβαμμένα θεάματα. Η σκηνή της αναβίωσης του Frank θα έκανε ακόμα και το θρυλικό Rob Bottin (The Thing) να ζηλέψει. Ο Barker βασίζει το μύθο του σε μία λαϊκή αντίληψη που υπαγορεύει πως οι δαίμονες ποτέ δεν εμφανίζονται απρόσκλητοι, οπότε η τιμωρία εκείνου που τους καλεί είναι απόλυτα δίκαιη.
Εν κατακλείδι, η ταινία κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με τους Cenobites: είναι αποκρουστική για μερικούς και αριστούργημα για άλλους.

Hellbound: Hellraiser 2
Το “Hellbound: Hellraiser 2” βασίστηκε σε μία αυθεντική ιδέα του Barker, εντούτοις ιπποτικά εκείνος παραμέρισε, δίνοντας τη σκυτάλη στον πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη Tony Randel και στο σεναριογράφο Peter Atkins, κρατώντας για τον εαυτό του τη θέση του παραγωγού. Η ταινία ξεκινά με μία μικρή ανασκόπηση των γεγονότων που σφράγισαν την ιστορία στο προηγούμενο φιλμ. Στο "Hellraiser 2" ο Randel πηγαίνει το μύθο ένα βήμα παραπέρα, αποκαλύπτοντάς μας από το πρώτο λεπτό ένα συγκλονιστικό μυστικό. Σε αντίθεση με την εντύπωση που μας δημιούργησε το πρώτο “Hellraiser” σχετικά με τη φύση των Cenobites, παρακολουθούμε σε μία εντυπωσιακή κινηματογραφικά σεκάνς τη δημιουργία του Pinhead. Αντιλαμβανόμαστε πλέον πως οι Cenobites δεν είναι αιώνιοι δαίμονες και ότι ο Pinhead δεν είναι ο Σατανάς. Ολοι υπήρξαν άνθρωποι και οι λανθασμένες επιλογές τους εν ζωή οδήγησαν στην πτώση τους.
Η ταινία ξεκινά με την Kirsty να βρίσκεται έγκλειστη σε ψυχιατρική κλινική. Τα φρικιαστικά γεγονότα που βίωσε κατά τη διάρκεια της πρώτης ταινίας στιγμάτισαν τον ψυχικό κόσμο της και κουρέλιασαν τα νεύρα της. "Οταν σκέφτομαι, πονάω" λέει σε μία χαρακτηριστική σεκάνς της ταινίας. Ο νεαρός γιατρός Kyle MacRae (τον υποδύεται ο William Hope, πιο γνωστός ως Lt. Gorman στο “Aliens” του James Cameron) είναι ο μοναδικός άνθρωπος που πιστεύει την ιστορία της Kirsty και τη συμπαθεί. Ο Kyle επίσης είναι ο πρώτος που ανακαλύπτει τη σχέση του Dr Channard με τον κύβο και τους κατοίκους της κολάσεως. Από την πρώτη επαφή μας με τον Dr Channard (επικεφαλής της κλινικής) και τον παθιασμένο τρόπο με τον οποίο διδάσκει τους συνεργάτες του για τις εγκεφαλικές λειτουργίες, αντιλαμβανόμαστε πως είμαστε μπροστά σε άλλον έναν τρελό επιστήμονα.
Η καταιγιστική δράση απουσιάζει πολύ σωστά από την ταινία. Είναι περιττή η φρενήρης κίνηση της κάμερας, όταν κάθε πλάνο λειτουργεί σαν γροθιά στο στομάχι του θεατή. Είναι προτιμότερο το σαδιστικά αργό travelling κατά μήκος των πορφυροντυμένων σκηνικών. Ακολουθώντας τα βήματα του πρωτότυπου, το “Hellraiser 2” είναι μία ξενάγηση σε ένα κατακόκκινο σφαγείο. Η σκηνή του οράματος με τον ματωμένο πατέρα της Kirsty να ζωγραφίζει στον τοίχο την έκκληση βοήθειας σε ένα μακάβριο γκράφιτι παραμένει εντυπωσιακά σοκαριστική, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα. Η σκηνή του ανηλεούς αυτοτραυματισμού του εντομοφοβικού ασθενή του Channard είναι από τις πιο αηδιαστικές όλων των εποχών. Τα ειδικά εφέ έχουν προσεχθεί μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια: στο γδαρμένο κορμί της Julia διακρίνουμε τένοντες, νεύρα, αιμοφόρα αγγεία, ο ρεαλισμός του μακιγιάζ αγγίζει τα όρια του Snuff. Η ερωτική σκηνή ανάμεσα στον Channard και την Julia αγγίζει επίσης τα όρια του σουρεαλισμού, καθώς για πρώτη φορά στα χρονικά ένας άντρας κρατά στα χέρια του μία τόσο "γυμνή" γυναίκα.
Ο Randel συνέχισε επάξια τη δουλειά του Barker, σκηνοθετώντας το έπος του με τη χάρη μεγάλου δημιουργού. Δεν υπάρχει ούτε μία περιττή σεκάνς σε όλη την ταινία, ενώ η συχνή τοποθέτηση της κάμερας στα μάτια του εκάστοτε χαρακτήρα δημιουργεί οικειότητα ανάμεσα στο θεατή και στις καταστάσεις που διαδραματίζονται στην οθόνη. Ο αριστουργηματικός ενδυματολογικός κώδικας προσθέτει επίσης πόντους στην ταινία: η Tiffany, ντυμένη στα λευκά σαν άγγελος, οι Cenobites με δερμάτινη σαδομαζοχιστική αμφίεση κ.λπ.
Η σημαντικότερη συμβολή του “Hellbound” στη μυθολογία είναι η μορφοποίηση της εικόνας της κόλασης. Για πρώτη φορά ο θεατής, έχοντας ως ξεναγούς του τους χαρακτήρες της ταινίας, ταξιδεύει στα έγκατά της. Το συμπέρασμα που βγαίνει από το οδυνηρό αυτό ταξίδι είναι πως η κόλαση βιώνεται διαφορετικά, ανάλογα με το άτομο, και δεν υπάρχει μια δεδομένη μορφή. Σκοπός της τακτικής αυτής η μεγιστοποίηση του πόνου για τον βασανιζόμενο. Οπτικά, η κόλαση παρουσιάζεται ως ένας απέραντος λαβύρινθος, γεμάτος βασανισμένες ψυχές που βιώνουν το προσωπικό τους μαρτύριο. Στο “Hellbound” τα περισσότερα θύματα είναι γυναίκες, ενώ στο πρώτο μέρος ήταν άντρες, γεγονός που περνάει υπογείως τις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις του Barker. Οσον αφορά στους απολαυστικούς Cenobites, ο Channard είναι μακράν ο καλύτερος μεταξύ τους και οι ατάκες του περιέχουν μεγάλες δόσεις μαύρου χιούμορ που κάνουν το χαρακτήρα του αξέχαστο.

Hellraiser 3: Hell on Earth
Η Trans Atlantic, παραγωγός εταιρεία της τρίτης ταινίας που συνέχισε τη μυθολογία του Pinhead και των Cenobites του, δεν επιθυμούσε την ανάμειξη του Barker στο project. Ο λόγος ήταν οικονομικός, καθώς θεώρησε το διάσημο συγγραφέα πολύ ακριβό για να τον προσλάβει. Μετά την ολοκλήρωση του φιλμ, ο επικεφαλής της εταιρείας Lawrence Kuppin αποφάσισε να δείξει στον Barker την ταινία προκειμένου να πάρει την έγκριση του "πατέρα" της μυθολογίας. Ο Barker, αν και ανακάλυψε αρκετά θετικά στοιχεία στο φιλμ, εντούτοις έκανε μερικές πολύ άσχημες παρατηρήσεις (απαράδεκτο φινάλε, σεναριακές τρύπες, δεν υπάρχει κλιμάκωση της ιστορίας κ.λπ.). Ο Kuppin, τρομοκρατημένος από τα σχόλια του Barker, πρότεινε στο διάσημο συγγραφέα να προσυπογράψει το φιλμ και να το εκδώσουν χρησιμοποιώντας το όνομά του. Ο Barker αρνήθηκε κατηγορηματικά να αναμειχθεί, δέχτηκε όμως την πρόταση των επικεφαλής της Miramax (ανέλαβε τη διανομή της ταινίας), Bob και Harvey Weinstein, που του ανέθεσαν να διορθώσει το φιλμ. Η συνεισφορά του στο τελικό προϊόν απεδείχθη καταλυτική, καθώς ο Barker προσέθεσε περισσότερο gore και μερικές σκοτεινές πινελιές που έδωσαν άλλο χρώμα στη μέχρι πρότινος άνευρη ταινία.
Το τρίτο “Hellraiser” εγκαινιάζει μία νέα εποχή στη μυθολογία του Barker, καθώς για πρώτη φορά ο γοητευτικότερος από τους Cenobites, ο πανίσχυρος Pinhead, περνάει στο προσκήνιο ως η επιτομή του κακού στο μύθο του “Hellraiser”. Εγκλωβισμένος μετά το τέλος του “Hellbound: Hellraiser 2” σε ένα ανατριχιαστικό γλυπτό, ο Pinhead αναζητά τρόπους απελευθέρωσης από τη φυλακή του. Η κατάλληλη ευκαιρία έρχεται όταν κάτοχος του γλυπτού γίνεται ο αθεράπευτος ηδονιστής J.P. Monroe, ιδιοκτήτης δικού του κλαμπ και οπαδός των ακραίων σεξουαλικών εμπειριών. Με γαλιφιές και ασύλληπτες υποσχέσεις, ο Pinhead πείθει τον Monroe να τον ταΐσει με σάρκα και αίμα, ακολουθώντας τη γνώριμη διαδικασία από τα προηγούμενα “Hellraiser”, που οδηγεί στην ενσάρκωση των καταραμένων ψυχών. Απελευθερωμένος πλέον, ο Pinhead εξολοθρεύει με χαρακτηριστική αυταρέσκεια τους θαμώνες ενός ολόκληρου κλαμπ και στη συνέχεια ξεχύνεται στην πόλη αναζητώντας την κάτοχο του κουτιού–γρίφου που χρησιμοποιείται σαν πύλη της κολάσεως. Κάτοχός του είναι η δυναμική ρεπόρτερ Joey Summerskill, η οποία αποτελεί πλέον τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας της ανθρωπότητας.
Αφθονο gore, εικόνες στυλιστικά άρτιες, λίγο πιο ελαφρύ κλίμα από τα προηγούμενα και μία ολοκαίνουργια φουρνιά Cenobites είναι αρκετά για να θεωρήσουμε την ταινία άξιο συνεχιστή της παράδοσης που δημιούργησε ο μεγάλος Barker.
Hellraiser 4: Bloodline
Το “Hellraiser: Bloodline” είναι η τρίτη συνεχόμενη ταινία της μυθολογίας “Hellraiser”, στην οποία ο Peter Atkins ανέλαβε το νευραλγικό ρόλο του σεναριογράφου. Το περίγραμμα του φιλμ το είχε γράψει ο Clive Barker και στη συνέχεια ο Atkins ανέλαβε να το μετατρέψει σε ολοκληρωμένο σενάριο. Το προσχέδιο του σεναρίου εστιαζόταν σχεδόν αποκλειστικά στο διαβολικό κύβο που αποτελεί την πύλη μέσω της οποίας οι Cenobites εισέρχονται στη δική μας πραγματικότητα. Ο ρόλος του λατρευτού Pinhead στην ιστορία του “Bloodline” ήταν ρόλος κομπάρσου, γεγονός που δεν άρεσε στους υπεύθυνους της Miramax. Η δυσαρέσκεια αυτή οδήγησε στις απαραίτητες αλλαγές της τελευταίας στιγμής, ενισχύοντας το ρόλο του αρχηγού των Cenobites.
Το φιλμ μάς μεταφέρει στο έτος 2127, σε έναν απομακρυσμένο διαστημικό σταθμό που ελέγχεται από τον Dr Merchant. Ο Merchant, θέλοντας να σβήσει το αμάρτημα ενός παιχνιδοποιού προγόνου του, υπεύθυνου για την κατασκευή του κουτιού που οδηγεί τους Cenobites στη Γη, δημιούργησε έναν ειδικά διαμορφωμένο σταθμό–φυλακή των Cenobites, με σκοπό να κλείσει τις πύλες της κόλασης για πάντα. Οταν μία ομάδα στρατιωτικών επιβιβάζεται στο σταθμό και θέτει τον Merchant υπό κράτηση, οι φυλακισμένοι Cenobites ελευθερώνονται και με επικεφαλής τον Pinhead πλημμυρίζουν στο αίμα το διαστημικό σταθμό.
Ο φουτουριστικός διάκοσμος της ταινίας δεν μειώνει στο παραμικρό την αποπνικτική ατμόσφαιρά της, αντίθετα θυμίζει μία μοναδική μείξη “Alien” με “Hellraiser”, που της προσθέτει πόντους. Χρονολογικά το “Hellraiser: Bloodline” καλύπτει τρεις περιόδους, που ξεδιπλώνονται σε διάστημα τεσσάρων αιώνων και μας περιγράφει για πρώτη φορά την προέλευση του σατανικού κύβου και την πορεία του στο χρόνο. Οσο "τραβηγμένη" κι αν φαντάζει η υπόθεση της ταινίας, δίνει την ευκαιρία στο σκηνοθέτη να επιδοθεί σε υπέροχα αιματοβαμμένα gimmicks, κρατώντας ψηλά την αδρεναλίνη του θεατή, ενώ και μόνη η παρουσία του θρυλικού πλέον Pinhead είναι αρκετός λόγος για να αποκτήσουμε την ταινία.

Hellraiser 5: Inferno
Η ταινία “Hellraiser: Inferno”, το πέμπτο φιλμ της μυθολογίας “Hellraiser”, ξεκίνησε με έναν πολύ άσχημο οιωνό. Για πρώτη φορά στην ιστορία της σειράς ο δημιουργός της, Clive Barker, δεν αναμίχθηκε σε κανέναν τομέα της παραγωγής, γεγονός που στέρησε από την ταινία ένα μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας της. Επίσης, τα αρνητικά σχόλια του Barker και του μόνιμου ενσαρκωτή του ρόλου του Pinhead, Doug Bradley, προϊδέαζαν τους οπαδούς για τη χειρότερη ταινία της μυθολογίας. Τελικά, αποδείχθηκε πως η ταινία είναι μακράν καλύτερη από τις δύο προηγούμενες γιατί ο σκηνοθέτης επέλεξε σωστά να ασχοληθεί με την προσωπική κόλαση ενός ατόμου αντί να γυρίσει μία ακόμα ταινία splatter με πρωταγωνιστή τον Pinhead.
Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ένας διεφθαρμένος ντετέκτιβ, που αναλαμβάνει την καταδίωξη ενός σειριακού δολοφόνου με ανατριχιαστικό modus operandi και το όνομα Engineer. Από την ονομασία του και μόνο, οι μυημένοι στον κόσμο του “Hellraiser” εντοπίζουν τη σχέση ανάμεσα στο φονιά και στους Cenobites (Engineer ονομαζόταν το τέρας που καταδίωξε την Ashley στο πρώτο “Hellraiser”). Ο μανιακός αφήνει πάνω σε κάθε θύμα του τα κομμένα δάχτυλα (ένα την φορά) ενός παιδιού που είναι ακόμα ζωντανό! Στην προσπάθειά του να βάλει ένα τέλος στη φρικαλέα πορεία του μανιακού, ο ντετέκτιβ Joseph θα έρθει αντιμέτωπος με τους προσωπικούς του δαίμονες και τις παλιές αμαρτίες, που επιστρέφουν για να διεκδικήσουν μερίδιο από την ψυχή του.
Οι οπαδοί της μυθολογίας “Hellraiser” πιθανόν να απογοητεύτηκαν από τη διακριτική παρουσία του Pinhead και των Cenobites (είναι ζήτημα αν εμφανίζονται πάνω από 5 λεπτά σε ολόκληρη την ταινία), αλλά παρόλα αυτά, η πλοκή που παραπέμπει ευθέως στο θρυλικό “Angel Heart” του Alan Parker μας αποζημιώνει και με το παραπάνω. Το φιλμ αποτελεί στην ουσία την κάθοδο προς την κόλαση ενός άντρα βουτηγμένου στο βούρκο, μίας καταραμένης ψυχής που οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στο χαμό της. Το υπερβολικό gore αντικαθίσταται από την αρρωστημένη ατμόσφαιρα και το έντονο σασπένς που διαποτίζει την ταινία είναι αρκετό για κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Προσωπικά το θεωρώ μία πολύ ευχάριστη αλλαγή πορείας της σειράς, αν και θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει μία εντελώς αυτόνομη ταινία.
Hellraiser 6: Hellseeker
Μετά την ολοκλήρωση του έκτου “Hellraiser”, ο σκηνοθέτης Rick Bota κάλεσε τον Barker για να παρακολουθήσουν μαζί την ταινία. Ο Barker ενθουσιάστηκε από την εξαιρετική δουλειά του Bota, μάλιστα προέβη σε κάποιες χρησιμότατες υποδείξεις, τις οποίες ο Bota έσπευσε να ενσωματώσει στην ταινία του.
Κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο Trevor, άντρας της Kirsty Cotton, της γυναίκας που νίκησε κατά κράτος τον Pinhead και τους Cenobites στα δύο πρώτα “Hellraiser”. Μετά το αυτοκινητικό ατύχημα που είχε το ζεύγος, ο Trevor βρίσκεται να υποφέρει από έντονους πονοκεφάλους, απώλεια μνήμης, ξαφνικά μπλακ άουτ κ.λπ., ενώ αγνοείται η τύχη της Kirsty. Ο Rick Bota χρησιμοποιεί κάθε κινηματογραφικό τέχνασμα για να αποπροσανατολίσει το θεατή σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν τον Trevor στην αλλοπρόσαλλη κατάστασή του. Το μυαλό του Trevor θυμίζει παζλ, με σκορπισμένα τα κομμάτια του στους πέντε ανέμους.
Στην πορεία της ταινίας και μέσω διαδοχικών σεκάνς, ο Trevor ανασυνθέτει το παζλ αυτό και οδηγείται στη συνειδητοποίηση της τρομακτικής αλήθειας. Το περιβάλλον στο οποίο κινείται ο Trevor είναι πνιγμένο στα άψυχα, μουντά χρώματα, προσφέροντάς μας ένα hint σχετικά με το πού βρίσκεται ο χαρακτήρας. Ο Trevor θυμίζει ινδικό χοιρίδιο, που έχει εγκλωβιστεί σε έναν λαβύρινθο τον οποίο ελέγχει ο Pinhead. Ο άρχων της κόλασης εμφανίζεται ελάχιστα στην ταινία, το ίδιο και η νέα φουρνιά Cenobites, με αποτέλεσμα για πολλοστή φορά ένα έργο της σειράς να μην έχει και μεγάλη σχέση με τη μυθολογία του “Hellraiser”. Τελικά, λόγω της ενδιαφέρουσας πλοκής και της κινηματογραφικής προσέγγισης του Bota, το φιλμ βλέπεται ευχάριστα και ακόμα πιο ευχάριστη είναι η επιστροφή της Ashley Laurence στο ρόλο της Kirsty. Από την άλλη, ο Doug “Pinhead” Bradley είναι όπως πάντα επιβλητικός αλλά λίγος.

Hellraiser 7: Deader
Η δημοσιογράφος Amy Klein (Kari Wuhrer) ταξιδεύει σε μια αποστολή στο Βουκουρέστι, για να ερευνήσει μία μυστική αίρεση, τους Deaders, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι μπορούν να αναστήσουν τους νεκρούς. Σύντομα βυθίζεται στον σκοτεινό τους κόσμο και δεν βρίσκει άλλη διέξοδο από το να γίνει μέλος τους. Ηγέτης της αίρεσης είναι ο Winter (Paul Rhys). Στη διεύθυνση που γνωρίζει από τον αρχισυντάκτη της, η Amy βρίσκει το πτώμα ενός κοριτσιού μαζί με έναν κύβο-γρίφο. Γυρνά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου της και παρά τις προειδοποιήσεις της Marla (του νεκρού κοριτσιού) αποφασίζει να παίξει με τον κύβο.
Αμέσως από τον κύβο εμφανίζονται γάντζοι που προσπαθούν να την τραβήξουν στο εσωτερικό του, αλλά και ο Pinhead, που την προειδοποιεί για τον κίνδυνο που διατρέχει. Η Marla ζητά από την Amy να συναντήσει τον Joey (Marc Warren) ρωτώντας για εκείνον στο τελευταίο τρένο του υπόγειου που πηγαίνει στο Βουκουρέστι. Φυσικά ο Joey προσπαθεί να την αποτρέψει από την αποστολή της, αλλά μάταια.
Φτάνοντας στη βάση της αίρεσης, γίνεται μάρτυρας μιας νεκρανάστασης. Ο Winter προσπαθεί να την προσυλητίσει και η Amy φτάνει ένα βήμα από τον θάνατό της. Όμως την τελευταία στιγμή εμφανίζονται οι Cenobites και οδηγούν τον Winter σε ένα αποτρόπαιο τέλος, αφού τον κατηγορούν ότι εισέβαλε στον κόσμο τους. Οι Cenobites προσπαθούν να πάρουν μαζί τους και την Amy, όμως εκείνη επιλέγει την αυτοκτονία.
Παρά το ενδιαφέρον σενάριο, ο σκηνοθέτης Ray Bota δεν καταφέρνει να επαναφέρει την δημοφιλή σειρά στην αίγλη του παρελθόντος. Στηρίζεται απελπιστικά στις σκηνές αίματος για να προσελκύσει το κοινό και δεν προσφέρει τίποτα προτότυπο στην σειρά ταινιών. Ο Pinhead, για ακόμα μία φορά έχει μικρής διάρκειας παρουσία στην ταινία και μοιάζει αναγκασμένος να είναι παρών – διαφορετικά η ταινία δεν θα πουλούσε ποτέ. Παρόλα αυτά, υπάρχουν μερικές αξιόλογες σκηνές στο Deader, ειδικά εκείνες που εξελίσσονται στις υπόγειες στοές του μετρό του Βουκουρεστίου.
Hellraiser 8: Hellworld
Η σειρά Hellraiser συνεχίζει την καθοδική της πορεία με το Hellworld, πάλι σε σκηνοθεσία Ray Bota. Ο Lance Henriksen αναλαμβάνει τον ρόλο του Host, ο γιος του οποίου ήταν λάτρης ενός παιχνιδιού που διαδραματιζόταν στο Internet με τον τίτλο Hellworld, και αυτοκτόνησε πιστεύοντας ότι δωρίζει την ψυχή του στους Cenobites. Θεωρώντας υπεύθυνους για τον θάνατό του τους φίλους του, ο Host διοργανώνει ένα Hellworld Party σε μια απομονωμένη έπαυλη, γνωρίζοντας ότι οι πέντε φίλοι του γιού του δεν μπορούν να λείψουν.
Κατά την διάρκεια της εκδήλωσης καταφέρνει να ναρκώσει τους πέντε φίλους και τους θάβει ζωντανούς μέσα σε φέρετρα, φροντίζοντας αυτά να εφοδιάζονται με οξυγόνο. Οι πέντε φίλοι αρχίζουν να πεθαίνουν από υστερία, που προκαλείται από τις γνώσεις που έχουν αποκτήσει σχετικά με τον Pinhead και τους Cenobites. Οι μόνοι που καταφέρνουν να επιζήσουν είναι η Chelsea και ο Jake, οι οποίοι σώζονται από την αστυνομία. Κάποιος άγνωστος φρόντισε να τους ειδοποιήσει (το φάντασμα του νεκρού γιου του Host). Στον αντίποδα, ο Host εμφανίζεται σε ένα απομονωμένο ξενοδοχείο, όπου καταφέρνει να ξεκλειδώσει τον κύβο-γρίφο και συναντά τον Pinhead.
Οι οπαδοί της σειράς, αγανακτισμένοι από την πορεία που μοιάζει να ακολουθεί αυτή στα χέρια του Bota, άρχισαν πλέον να διαμαρτύρονται έντονα για τη φτωχή επιλογή σεναρίου, αφηγηματικών τεχνικών και κινηματογραφίας, ζητώντας από τον σκηνοθέτη να μην αναλάβει κάποιο άλλο μελλοντικό project. Ακόμα και ο Lance Henriksen, ένας από τους σημαντικούς ηθοποιούς και πρωταγωνιστής σε αναρίθμητες ταινίες που άφησαν εποχή (“Aliens”) μοιάζει να βαριέται απελπιστικά και να προσπαθεί να ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις του για να πληρωθεί και να ασχοληθεί με κάτι σημαντικότερο.

Το μέλλον της σειράς
Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν επιβεβαιωθεί εδώ και καιρό, η Dimension Films βρίσκεται σε συζητήσεις για την δημιουργία ενός remake του πρώτου Hellraiser. Αρχικά, μέσα από το επίσημο website του Clive Barker είχε ανακοινωθεί ότι το σενάριο θα το έγραφε ο ίδιος και σε μία συνέντευξή του ο δημοφιλής συγγραφέας είχε δηλώσει πως είχε παραδόσει μία μελέτη 45 σελίδων στην εταιρία, η οποία οριοθετούσε μία ταινία γεμάτη δράμα και τρόμο. Στις 13 Οκτωβρίου του 2007 έγινε γνωστό ότι οι Julien Maury και Alexandre Bustillo, οι σκηνοθέτες της γαλλικής ταινίας τρόμου “Inside”, είχαν αναλάβει την προετοιμασία του σεναρίου και τη σκηνοθεσία της ταινίας. Στην συνέντευξή τους, οι δύο συντελεστές είχαν δηλώσει ότι δεν σκόπευαν να δημιουργήσουν ένα πιστό αντίγραφο της πρωτότυπης ταινίας, αλλά κάτι διαφορετικό, με έναν καινούριο Pinhead και μια νέα αφήγηση. Ο ίδιος ο Barker αργότερα δήλωσε ότι στήριζε αυτή τους την απόφαση. Παρόλα αυτά, το σενάριό τους απορρίφθηκε από την Dimension, η οποία έπειτα ανέθεσε τη συγγραφή τους στους σεναριογράφους των ταινιών “Feast” και “Saw IV”. Ως αποτέλεσμα, οι δύο σκηνοθέτες αποχώρησαν από την παραγωγή και έκτοτε αναζητείται σκηνοθέτης. Το αξιοσημείωτο της υπόθεσης είναι ότι ο Barker παραμένει σιωπηλός σε ότι αφορά στις τελευταίες εξελίξεις. Παρά ταύτα, η ταινία, που θα ονομάζεται “Clive Barker presents: Hellraiser”, έχει προγραμματιστεί να προβληθεί στις 9 Ιανουαρίου του 2009.
Επίλογος
Η διαχρονικότητα μίας ταινίας ξεχωρίζει τα αριστουργήματα από τις μετριότητες. Από το 1987 μέχρι σήμερα, ο μύθος και οι χαρακτήρες του “Hellraiser” που δημιούργησε ο Barker εξελίχθηκαν σε μείζον φαινόμενο του πολιτιστικού γίγνεσθαι. Ο Μαύρος Αρχιερέας των κολασμένων λεγεώνων, ο Pinhead, είναι πλέον ένα από τα διασημότερα σύμβολα του φανταστικού κινηματογράφου, ενώ οι Cenobites του λατρεύονται σαν θεοί από τους οπαδούς του horror. Επί 20 ολόκληρα χρόνια, η αποδοχή της μυθολογίας του “Hellraiser” από το ευρύ κοινό οδήγησε σε μία ολόκληρη βιομηχανία κατασκευής προϊόντων με την στάμπα γνησιότητας “Hellraiser” κολλημένη πάνω τους. Οκτώ ταινίες, δεκάδες comic books, περιοδικά (Coenobium), μινιατούρες, trading cards, μάσκες, στολές κ.ά. έχουν ως θέμα τους τούς χαρακτήρες και το σύμπαν του “Hellraiser” και διαιωνίζουν το μύθο, μετατρέποντάς τον σε κάτι προσιτό για όλες τις ηλικίες.