While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before,
Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Η αδικία που μαστίζει την ανθρωπότητα έχει πάψει πλέον να μας εντυπωσιάζει λόγω της συχνότητάς της. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους για απονομή δικαιοσύνης στο Θεό, άλλοι στις δικαστικές αρχές, ενώ υπάρχει και ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων που παίρνουν το νόμο στα χέρια τους. Τι θα συνέβαινε όμως αν ο Θεός αποφάσιζε να μεταθέσει την τιμωρία των αμαρτωλών από τη μετά θάνατον στην παρούσα ζωή; Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δόθηκε από τον Alex Proyas σε μία από τις καλύτερες ταινίες φαντασίας όλων των εποχών, το θρυλικό πια "The Crow".

1994: The Year Of The Crow
Θάνατος, έρωτας, εκδίκηση. Τρία από τα σημαντικότερα θέματα που αποτελούν τα βασικότερα συστατικά της συνταγής του comic book "The Crow". Η θεματολογία του comic και η σημαντική επιτυχία του στους κύκλους της νεολαίας τράβηξαν τα βλέμματα του Hollywood σε μία εποχή που τα μεγάλα στούντιο ασχολούνταν με την κινηματογραφική μεταφορά διάσημων comic books ηρώων όπως ο Batman και ο Dick Tracy.
Ανάμεσα στους δεκάδες wannabes παραγωγούς, σκηνοθέτες και σεναριογράφους που πολιορκούσαν νυχθημερόν τις πύλες των στούντιο υπήρχε και ένας που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στη μεταφορά του "The Crow" στη μεγάλη οθόνη. Ο λόγος για τον Jeff Most, έναν ανερχόμενο νεαρό παραγωγό, ο οποίος είχε αποκτήσει φήμη, αναλαμβάνοντας για λογαριασμό του τηλεοπτικού τμήματος της Columbia Pictures την παραγωγή της επιτυχημένης τηλεσειράς "Top 40 Videos". Από την αρχή της καριέρας του όμως ήθελε να ασχοληθεί με την κινηματογραφική παραγωγή. Ετσι, ο δραστήριος Most άρπαξε την ευκαιρία της γνωριμίας του με τον άσημο αλλά πολυγραφότατο John Shirley, ζητώντας του να τον προμηθεύσει με σεναριακό υλικό για να προχωρήσει στην παραγωγή ταινιών. Οι Most και Shirley έβγαλαν το βιβλίο "The Specialist" σε… κινηματογραφικό πλειστηριασμό, αλλά εκείνη την εποχή (1988) κανείς δεν αγόραζε τα δικαιώματα.
Τα δικαιώματα του βιβλίου αγοράστηκαν αρκετά αργότερα, με αποτέλεσμα τη δημιουργία της ομώνυμης ταινίας με τους Sylvester Stallone, Sharon Stone και James Woods το 1994. Τότε ο Most είχε τη φαεινή ιδέα να μετατρέψει τα βιβλία του Shirley σε comic, συμβαδίζοντας με το κλίμα της εποχής. Στέλνοντας το βιβλίο του, "Angry Angel", στην εκδοτική εταιρεία Caliber Press με σκοπό τη μετατροπή του σε comic, ο Shirley πληροφορήθηκε πως η εταιρεία είχε εκδώσει ήδη ένα comic με πανομοιότυπο θεματικό σκελετό, το "The Crow" του James O' Barr. Ο Shirley ενδιαφέρθηκε αμέσως να διαβάσει το comic και εντυπωσιάστηκε από το γοτθικό σχεδιασμό και την κινηματογραφική αισθητική του O' Barr. Ο Most συμφώνησε με τον Shirley όσον αφορά στην ποιότητα του comic και έτσι αγόρασαν τα δικαιώματα από τον James O' Barr και αφοσιώθηκαν στη μεταφορά της ιστορίας του "The Crow" στο σελιλόιντ.
Μία από τις πρώτες επαφές τους ήταν με τη γνωστή παραγωγό της New Line Cinema, Rachel Talalay, που εκείνη την εποχή ασχολούνταν με την παραγωγή του "A Nightmare On Elm Street 4". Η Talalay έδειξε το comic στον Mike De Luca, έναν συνάδελφό της που λάτρευε την comic κουλτούρα, ο οποίος όμως θεώρησε αντιεμπορική την όλη εικόνα του "The Crow". Τελικά, το project πέρασε στα χέρια της εταιρείας παραγωγής του Ed Pressman. Αφού βρέθηκε ο ταλαντούχος σκηνοθέτης διαφημιστικών, Alex Proyas, και ένα καστ από ταλαντούχους ερμηνευτές (Brandon Lee, Ernie Hudson, David Patrick Kelly, Michael Wincott) η ταινία μπήκε στο στάδιο της παραγωγής με ημερομηνία κυκλοφορίας την άνοιξη του 1994.
Το φιλμ υπέστη σημαντικές αλλαγές σε σχέση με το comic. Τη νύχτα του διαβόλου (Devil's Night), στη διάρκεια της οποίας διαδραματίζεται η ταινία, την εμπνεύστηκαν οι παραγωγοί από τις ταραχές που είχαν ξεσπάσει στη Νέα Υόρκη στα τέλη του '80 και είχαν ως συνέπεια την πυρπόληση αρκετών κτηρίων. Ενώ στο comic ο αρχιεγκληματίας ήταν βαρόνος των ναρκωτικών και ο Eric Draven πεθαίνει από τα ναρκωτικά, στην ταινία ο Top Dollar (τον ερμηνεύει εκπληκτικά ο Michael Wincott) είναι ένας επιχειρηματίας που αρπάζει διά της βίας διαμερίσματα από τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους για λογαριασμό της εταιρείας του. Στο comic ο κεντρικός ήρωας Eric (στο comic δεν είχε το επίθετο Draven - Raven = κοράκι που του δόθηκε στην ταινία) ήταν ανεπάγγελτος, στην ταινία όμως είναι ροκ σταρ, προκειμένου να δικαιολογηθούν οι "γατίσιες" κινήσεις του σε στυλ Iggy Pop. Επίσης, ο χαρακτήρας του αστυνομικού στην ταινία είναι έγχρωμος, σε αντίθεση με το comic που είναι λευκός.
Το σημαντικότερο στοιχείο της ταινίας είναι ο ήρωάς της, ο Eric Draven, ένας χαρακτήρας που υπερνικά το θάνατο για χάρη της αγαπημένης του, ένας ρομαντικός ήρωας που αποδεικνύει πως η αγάπη υπερβαίνει τα πάντα. Ο πλούσιος συναισθηματικός κόσμος του και η μετατροπή του από κοινό θνητό σε άγγελο εξολοθρευτή διδάσκουν το θεατή πως ο καθένας μας κρύβει έναν ήρωα και ότι ο έρωτας αποτελεί το ισχυρότερο κίνητρο του ανθρώπου. Η μεταμφίεση του Draven μας υπενθυμίζει την εκδικητική φύση του χαρακτήρα και την απόφασή του να "ξαναγράψει" το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του.
Απέναντι στον Draven στέκεται μία ομάδα από εγκληματίες που καθένας τους είναι δάσκαλος ενός διαφορετικού είδους κακού: ο Tin-Tin είναι άσος στα αιχμηρά αντικείμενα (μαχαίρια, σπαθιά), ο T-Bird πυρομανής, ο Skank ναρκομανής και βιαστής κ.λπ. Η ποικιλία χαρακτήρων έρχεται να συμπληρώσει τη γοτθική τελειότητα που τη διακατέχει. Η ταινία περιλαμβάνει πλήθος αναφορών σε διάσημους gothic συγγραφείς, όπως ο Edgar Allan Poe, μουσική και στίχους από την underground μουσική σκηνή του '80 και των αρχών της δεκαετίας του '90, στοιχεία δανεισμένα από γοτθικά τέρατα, όπως ο Dracula και το τέρας του Frankenstein, κ.ά. Το κερασάκι στην τούρτα αποτελεί η συστηματική απάλειψη του χρώματος από το φιλμ, ως φόρο τιμή στο ασπρόμαυρο κάδρο του comic, εκτός του "διαβολικού" κόκκινου χρώματος που τονίζεται και που, μαζί με τις φωτιές και τη βροχή, δίνουν έναν βιβλικό χαρακτήρα στην ταινία.

Ο θάνατος του Brandon Lee
Κι αν η ταινία από μόνη της ήταν έξοχη από κάθε άποψη, ένα τραγικό γεγονός συνέβαλε στο να αποκτήσει μυθικό χαρακτήρα. Οκτώ ημέρες πριν την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, απέμεναν μόνο οι σκηνές στις οποίες ο Brandon Lee, γιος του Bruce Lee, ο οποίος ενσάρκωνε τον χαρακτήρα του Crow, θα εμφανιζόταν χωρίς makeup. Η σκηνή που θα γυριζόταν εκείνη την ημέρα, στις 31 Μαρτίου του 1993, ήταν η δολοφονία του Eric Draven. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στο ίδιο στούντιο είχε γυριστεί μία σκηνή που απαιτούσε τη χρήση άσφαιρων πυρομαχικών. Κάποια μέλη του συνεργείου, χωρίς την απαραίτητη πείρα και υπό καθεστώς χρονικής πίεσης, αγόρασαν πραγματικά πυρομαχικά, αφαίρεσαν τις σφαίρες, άδειασαν την πυρίτιδα και επανατοποθέτησαν τις σφαίρες στους κάλυκές τους.
Όταν έφτασε η στιγμή για το γύρισμα της σκηνής, στο ίδιο όπλο τοποθετήθηκαν άσφαιρα πυρομαχικά. Όμως, ένα από τα άσφαιρα είχε κολλήσει στην κάνη του όπλου. Όταν ο ηθοποιός Michael Massee πυροβόλησε, το προωθητικό αέριο των άσφαιρων πυρομαχικών ξεκόλλησε τη σφαίρα, η οποία καρφώθηκε στην κοιλιά του νεαρού ηθοποιού. Ο Lee μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου και πέθανε 12 ώρες αργότερα.
See How They G(C)row: η μυθολογία του James O' Barr συνεχίζεται
Η απρόσμενη εμπορική επιτυχία του "The Crow" διέψευσε τις "Κασσάνδρες" που μιλούσαν για αντιεμπορικότητα του comic και ανάγκασε τους δημιουργούς της ταινίας να προχωρήσουν το συντομότερο (1996) στο sequel του. Τη σκηνοθετική μπαγκέτα ανέλαβε ο Tim Pope, ο οποίος ανέθεσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον ανερχόμενο τότε Vincent Perez, στελεχώνοντας ταυτόχρονα την ταινία με πλήθος γνωστών καλλιτεχνών ανάμεσα στους οποίους οι Iggy Pop, P.J. Harvey, Graeme Revell κ.λπ.
Η παλέτα της ταινίας κυριαρχείται από το κίτρινο και το πράσινο, δίνοντας μία αρρωστημένη και άκρως παρακμιακή χροιά στα γεγονότα, ενώ σε γενικές γραμμές η αφηγηματική δομή της ακολουθεί τα χνάρια του πρωτότυπου με μικρές παραλλαγές. Η φράση "τη λένε Πόλη των Αγγέλων αλλά βλέπω μόνο θύματα τριγύρω" είναι η χαρακτηριστικότερη της ταινίας και αντικατοπτρίζει απόλυτα το προφίλ των κατοίκων της αρρωστημένης μεγαλούπολης όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Η βία κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα, τα ειδικά εφέ είναι απολαυστικά και το πέρασμα του κορακιού που πυρπολεί μία συστάδα δέντρων ολοκληρώνει την εικόνα μίας "εμπρηστικής" εικαστικά ταινίας.
Το "The Crow: Salvation" αποτέλεσε το τρίτο μέρος της μυθολογίας που δημιούργησε ο James O' Barr. Το φιλμ απέφυγε το έντονο στυλιζάρισμα των προηγούμενων και προσπάθησε να απεικονίσει την ιστορία με πιο φυσική, ανθρώπινη σκοπιά. Ετσι δικαιολογείται και η μη υπερβολική χρήση φίλτρων. Στον τομέα της μουσικής επένδυσης χρησιμοποιήθηκε η τεχνική multiphonics, ενώ τα φλας μπακ κινηματογραφήθηκαν σε echtochrome φιλμ, που χρησιμοποιείται κατά κόρον στα διαφημιστικά σποτ. Επίσης, η οπτική γωνία υπό την οποία παρουσιάζεται το κοράκι είναι απόλυτα ρεαλιστική, ενώ όταν η κάμερα δείχνει τις εικόνες μέσα από τα μάτια των πουλιών το περιβάλλον είναι στενότερο στο κέντρο και αμβλύνεται στις άκρες. Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Bharat Nalluri, αποφάσισε να τροποποιήσει τη δομή της ιστορίας, προσθέτοντας στην πλοκή αστυνομικό μυστήριο (μόνο στο τέλος μαθαίνουμε τον εγκληματικό εγκέφαλο που κινεί τα νήματα) και ένα όπλο-φετίχ στο χαρακτήρα του ήρωα, το μαχαίρι με το οποίο εξοντώθηκε η κοπέλα του. Η ταινία, τέλος, αποτελεί μία πολύ όμορφη αλληγορία σχετικά με την αναπόφευκτη ψυχική φθορά που επιφέρει το πέρασμα των χρόνων: όλοι οι χαρακτήρες του φιλμ, που ξεπερνούν την ηλικία των κεντρικών ηρώων Alex και Erin, είναι διεφθαρμένοι.
Εκτός των τριών ταινιών, κυκλοφόρησε το 1998 μία τηλεοπτική σειρά με τίτλο "The Crow: Stairway To Heaven" και πρωταγωνιστή το γνωστό Mark Dacascos, ενώ το 2005 κυκλοφόρησε απευθείας σε DVD το "Wicked Prayer", η τέταρτη ταινία της σειράς με πρωταγωνιστή τον Edward Furlong.