Lovecraft-ian movies

Αν δεν έχετε διαβάσει τον Howard Phillips Lovecraft, τότε σίγουρα έχετε δει κάποια από τις ταινίες που βασίζονται σε βιβλία του. Μεγάλος παραγνωρισμένος συγγραφέας ενόσω ζούσε, κατάφερε και απέκτησε έναν κύκλο πιστών φίλων και συνεργατών που μετά το θάνατό του συνέχισαν αυτό που εκείνος είχε ξεκινήσει.

 

Ο Λάβκραφτ και ο περίεργος κόσμος της φαντασίας του

 

Το μεγάλο ταλέντο του Lovecraft ήταν η απόδοση των ιστοριών με τέτοιο τρόπο ώστε να κάνει τους αναγνώστες του να πιστεύουν πως αυτά που διαβάζουν δεν είναι τίποτε άλλο από την αλήθεια. Οι λεπτομέρειες, τα στοιχεία, οι ημερομηνίες, οι ρεαλιστικές περιγραφές δεν αφήνουν περιθώρια να σκεφτεί κανείς ότι έχει να κάνει με φανταστική λογοτεχνία. Η μυθολογία Chthulhu και ό,τι σχετίζεται με αυτήν έχει αποκτήσει αμέτρητους φανατικούς οπαδούς, ενώ πολλοί ακόμα και σήμερα πιστεύουν πως το περίφημο “Necronomicon” του τρελού Αραβα Abdul Al Hazred υπάρχει κάπου θαμμένο, καταχωνιασμένο σε περίεργες συλλογές ιδιόμορφων συλλεκτών, ή ξεχασμένο σε ανίερη κρύπτη, περιμένοντας και πάλι να βγει στην επιφάνεια. Τέτοια είναι η δύναμη των γραπτών του Lovecraft και η γοητεία που εξασκούν.

 

Η ζωή του ήταν ιδιάζουσα, και ίσως τα γραπτά του επηρεάσθηκαν από τις προσωπικές του εμπειρίες – δυστυχώς όχι υπερφυσικές, όπως ελπίζουν οι φίλοι του είδους. Γεννήθηκε το 1890 στην Providence του Rode Island, μία πόλη που χρησιμοποίησε στα διηγήματά του και μετονόμασε σε Arkham. Η μητέρα του – είτε γιατί ήθελε κορίτσι, είτε γιατί είχε μια προδιάθεση τρέλας – μέχρι τα έξι του χρόνια τον είχε και τον μεταχειριζόταν σαν κορίτσι. Ο πατέρας του, ένας περιπλανώμενος έμπορος, πέθανε τρελός από νευροπαραλυτική σύφιλη όταν ο Lovecraft ήταν πέντε χρονών. Φανταζόμαστε πως η οικογενειακή κατάσταση ήταν αυτή που του προκάλεσε τρομερούς εφιάλτες από τα παιδικά του χρόνια, οι οποίοι τον συνόδεψαν μέχρι το τέλος της ζωής του.

 

Η κακή υγεία του και η υπερπροστατευτική μητέρα του τον οδήγησαν να αναζητήσει διέξοδο στο διάβασμα. Να σημειώσουμε ότι ήταν ένα εξαιρετικά προικισμένο κι έξυπνο παιδί, αφού από πολύ νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με την αστρονομία και την ποίηση. Ανακάλυψε τους μεγάλους συγγραφείς τρόμου της εποχής του, τον Poe, τον Arthur Machen, τον Ambrose Bierce, το Lord Dunsany. Γοητευμένος από τον ελληνικό πολιτισμό, έγραψε την πρώτη νουβέλα του με τίτλο “Η ονειρική αναζήτηση της άγνωστης Καντάθ”, ένα γοητευτικό, φωτεινό διήγημα.

 

Δεν μπόρεσε να τελειώσει ποτέ το σχολείο εξαιτίας μιας νευρικής κατάρρευσης, που τον έκανε να το παρατήσει στη δεύτερη τάξη του γυμνασίου. Εξυπνος καθώς ήταν, στα 16 του μόλις χρόνια έγραφε για την αστρονομία σε τοπικές εφημερίδες. Στα 31 του η μητέρα του κατέληξε τρελή στο ίδιο άσυλο όπου είχε νοσηλευτεί και ο πατέρας του και πέθανε αφήνοντας τον Lovecraft μόνο με τις δύο θείες του. Σίγουρα το ιστορικό τρέλας στην οικογένειά του, οι επίμονοι εφιάλτες του, αλλά και η δική του κατάρρευση σε νεότερη ηλικία επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τον κόσμο, κάτι που αντανακλώντο συνεχώς στις ιστορίες τρόμου που έγραφε.

 

Οταν γνώρισε τη Sonia Green, 7 χρόνια μεγαλύτερή του, την παντρεύτηκε και έφυγε μαζί της για τη Νέα Υόρκη, όπου έζησε δύο δυστυχισμένα χρόνια για να γυρίσει πίσω στην Providence και να μείνει μαζί με τις θείες του για το υπόλοιπο της ζωής του. Από τότε αφοσιώθηκε στο γράψιμο, δημιουργώντας την περίφημη μυθολογία Chthulhu. Μία σειρά από όντα-θεοί, καλοί και κακοί, αναλύονταν περιγραφικότατα στα διηγήματά του. Οι Παλιοί, οι Μεγάλοι Παλιοί, οι Πρεσβύτεροι, οι Πρεσβύτεροι Θεοί και τα Πρεσβύτερα Πλάσματα με παράξενα ονόματα, όπως Γιογκ Σοθόθ, Ιθάκουα, Αζαθόθ, Κθούλου, Νυαρλαθοτέπ, φυλές προερχόμενες από τα άστρα, περίμεναν κοιμισμένα κάτω από τη θάλασσα και σε τεράστια σπήλαια μέσα στη γη την ώρα που θα ξυπνήσουν. Ο πρωτόγονος φόβος και η κοσμική φρίκη που ξεπηδάνε ολοζώντανα από τις σελίδες των μυθιστορημάτων του γίνονται αληθοφανή υποστηριζόμενα από λεπτομέρειες τοποθεσιών, ημερομηνιών, αλλά και από την αναφορά υπαρκτών βιβλίων σε συνδυασμό με φανταστικά δικής του επινοήσεως, όπως το “Necronomicon”. Ολα οδηγούν τον αναγνώστη να σκεφτεί “μήπως είναι αλήθεια όσα περιγράφονται;”. Ο ίδιος ο Lovecraft όμως είχε πει σε γράμματά του προς τους φίλους του ότι τα πάντα ανήκουν στη σφαίρα του φανταστικού.

 

Αν και όσο ζούσε αρκετές ιστορίες του δημοσιεύτηκαν, το έργο του έγινε ευρύτερα γνωστό μετά το θάνατό του το 1937 από καρκίνο, όταν οι φίλοι του August Derleth και Donald Wandrei ίδρυσαν τον εκδοτικό οίκο Arkham προς τιμήν του, για να εκδώσουν όλο το έργο του. Οι ιστορίες του, παρότι γράφτηκαν τόσα χρόνια πριν, δεν έχουν χάσει τίποτε από τη γοητεία τους, εξακολουθώντας ακόμη και σήμερα να στέλνουν ρίγη συγκίνησης στους αναγνώστες. Αυτή τη διαχρονικότητα αντιλήφθηκαν οι παραγωγοί του κινηματογράφου και θέλησαν να περιβάλουν με τη μαγεία της τις ταινίες τους. Από αυτές άλλες είναι βασισμένες πιστά στο έργο του Lovecraft και άλλες είναι απλώς εμπνευσμένες από αυτό. Δεν είναι όλες καλές ούτε καταφέρνουν να αποδώσουν την ερεβώδη ατμόσφαιρα. Εμείς θα σταθούμε σε μερικές που πετυχαίνουν να ξεχωρίσουν.

 

 

Dagon

 

Το “Dagon” ήταν το πρώτο διήγημα του Lovecraft που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Weird Tales”, φημισμένο στην εποχή του για την ανθολογία διηγημάτων τρόμου και φαντασίας που δημοσίευε. Η ταινία που γύρισε ο Stuart Gordon το 2001 βασίζεται σε αυτό, αλλά κατά πολύ περισσότερο σε ένα άλλο διήγημα του Lovecraft, το “Σκιά πάνω από το Ινσμουθ”.

 

Η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι εξαιρετική. Διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε ένα απομακρυσμένο ψαροχώρι, με πέτρινα παμπάλαια σπίτια και στενά πλακόστρωτα δρομάκια που γυαλίζουν από την πρασινωπή γλίτσα και τα βρύα. Η συνεχής βροχή που πέφτει και το λυκόφως από την αρχή μέχρι το τέλος δημιουργούν την αίσθηση της μούχλας και της παρακμής, κάτι που έρχεται σε τέλεια συμφωνία με το σενάριο. Η ταινία ξεκινάει με μια όμορφη υποβρύχια σκηνή, όπου ένας δύτης ανακαλύπτει ένα τεράστιο κατασκεύασμα στο βυθό που μοιάζει σαν μάτι. Ενώ το πλησιάζει και βλέπει ότι η κόρη του ματιού στην ουσία είναι ένα πηγάδι που οδηγεί σε απύθμενα βάθη, μια όμορφη κοπέλα εμφανίζεται και του κάνει νοήματα. Είναι μία γοργόνα, η οποία όταν έρχεται κοντά του ανοίγει το στόμα της για να φανερώσει μία σειρά από άγρια, κοφτερά δόντια.

 

Εκείνη τη στιγμή ο Πωλ ξυπνάει στο πλευρό της Μπάρμπαρα, πάνω στο ιστιοφόρο του φίλου τους Χάουαρντ και της γυναίκας του Βίκυ. Βρίσκονται αγκυροβολημένοι στα ανοιχτά των ισπανικών ακτών, με σκοπό να περάσουν μερικές ημέρες διακοπών γιορτάζοντας κάποια μεγάλη επιτυχία τους στη δουλειά. Το αλλόκοτο κάνει αισθητή την παρουσία του με αμυδρούς υπαινιγμούς, όπως οι κοκκινίλες στα πλευρά του Πωλ ή η στιγμιαία, σχεδόν ανεπαίσθητη αλλαγή των δοντιών του σε παράξενους, μαυριδερούς κυνόδοντες. Οταν η Μπάρμπαρα, αγανακτισμένη με την εργασιομανία του Πωλ, αρπάζει το φορητό υπολογιστή του και τον πετάει στη θάλασσα, ένα μαύρο, ζοφερό σύννεφο αρχίζει να κινείται τρομακτικά γρήγορα από το μακρινό ψαροχώρι προς το μέρος τους.

 

Στην πλαγιά πάνω από το χωριό ξεχωρίζει ένας παράξενος, λευκός ναός, τον οποίο επισκέπτονται ο Πωλ και η Μπάρμπαρα, όταν πάνε με το φουσκωτό μέχρι την ακτή για να ζητήσουν βοήθεια επειδή η Βίκυ χτύπησε το πόδι της όταν η καταιγίδα πέταξε το ιστιοφόρο στα βράχια. Στο υπέρθυρο βρίσκεται χαραγμένο το μάτι που ονειρεύτηκε ο Πωλ και οι λέξεις “το τάγμα του Dagon”. Οι ψαλμωδίες πίσω από την κλειστή πόρτα παύουν όταν μπαίνουν μέσα και αντικρίζουν μία παντέρημη, παράξενη εκκλησία, που δεν έχει εικόνες αγίων αλλά ασυνήθιστα, μαυριδερά αγάλματα. Ο παπάς που συναντούν έχει περίεργη όψη και γουρλωτά, βατραχίσια μάτια.

 

Η περιπέτεια του Πωλ αρχίζει όταν δέχεται να αφήσει πίσω την Μπάρμπαρα για να πάει με την ψαρόβαρκα δύο ακόμα πιο περίεργων αδερφών πίσω στο ιστιοφόρο. Ανακαλύπτει πως οι δύο φίλοι του έχουν εξαφανιστεί και όταν γυρίζει στην Ιμπόκα, ο παπάς τον πληροφορεί πως η φίλη του πήγε σε μια πόλη κάποια χιλιόμετρα μακριά για να φέρει βοήθεια. Ο Πωλ δεν πείθεται, κι έτσι αρχίζει μία εναγώνια αναζήτηση της Μπάρμπαρα και μία προσπάθεια να μάθει τι συμβαίνει σε εκείνο το μέρος. Οι φρικιαστικοί κάτοικοί του κάνουν την εμφάνισή τους σταδιακά, προσπαθώντας να κρατήσουν το ενδιαφέρον του θεατή και την αγωνία του στα ύψη. Καθώς ξετυλίγεται το νήμα ανακαλύπτουμε μαζί με τον πρωταγωνιστή τη φοβερή αλήθεια που κρύβεται πίσω από τη λατρεία των χωριανών για τον Dagon, αλλά και τη μεταμόρφωσή τους, τον εκφυλισμό τους θα λέγαμε, σε αυτό που πιστεύουν. Χρησιμοποιούν το δέρμα των ανθρώπων σαν μάσκα για να καλυφτούν μέχρι να ολοκληρωθεί η αλλαγή τους. Σε μια πραγματικά ανατριχιαστική σκηνή μαθαίνουμε πώς γίνεται αυτό.

 

Ο Gordon χρησιμοποιεί το σκηνικό του παρηκμασμένου χωριού για να μας μεταφέρει τη σκοτεινή ατμόσφαιρα των διηγημάτων του Lovecraft, κάτι που το πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό. Επίσης, κάνει μία σειρά από διακριτικές αναφορές στο μαέστρο του φανταστικού. Ο Πωλ φοράει μία μπλούζα που μπροστά γράφει “Μισκατόνικ”, από το Πανεπιστήμιο του Μισκατόνικ που συχνά αναφέρει ο Lovecraft. Ο φίλος τού Πωλ λέγεται Χάουαρντ, που είναι το μικρό όνομα του Lovecraft. Το μοναδικό αυτοκίνητο που εμφανίζεται σε όλη την ταινία είναι ένα Citroen βάτραχος, για να ταιριάζει με τους κατοίκους της Ιμπόκα που έχουν βατραχίσια όψη, έτσι όπως περιγράφονται στη “Σκιά πάνω από το Ινσμουθ” . Τέλος, ο γέρος που εξηγεί στον Πωλ πώς έφτασε το χωριό τους σε αυτό το σημείο λέγεται Ιεζεκιήλ, που σαν ένα άλλο βιβλικό πρόσωπο έχει δει την αλήθεια, αλλά δυστυχώς δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τη μοίρα που τον κατατρέχει από τότε που ήταν παιδί.

 

Αν και b-movie, το “Dagon” έχει αρκετά καλά στοιχεία που θα ικανοποιήσουν τους φανατικούς του Lovecraft και του φανταστικού. Η μόνη χτυπητή ασυνέπεια της ταινίας ήταν ότι ο Πωλ κατάφερε να βάλει μπροστά το αυτοκίνητο με τα κλειδιά που πήρε από τον μπάτλερ, όμως σε προηγούμενη σκηνή είχε ήδη κόψει τα καλώδια της μίζας σε μια αποτυχημένη προσπάθεια εκκίνησής του.

 

Η Macarena Gomez που υποδύεται την Ουζία, τη γοργόνα του ονείρου που αποδεικνύεται πως υπάρχει και στην πραγματικότητα και θέλει να σαγηνεύσει τον Πωλ, είναι απολαυστική περισσότερο για τον τρόπο έκφρασης του προσώπου της, ένα μείγμα παιδιάστικης αγάπης και λαγνείας, αλλά και για τα τεράστια μάτια της που κοιτάζουν μισότρελα εξαιτίας της μεταμόρφωσης. Τέλος, η απουσία μουσικής υπόκρουσης συντείνει στη δημιουργία εφιαλτικής ατμόσφαιρας που κυριαρχεί στην ταινία.

 

 

From Beyond

 

Η ταινία του Stuart Gordon που γυρίστηκε το 1986 βασίζεται στο διήγημα του Λάβκραφτ “From beyond”, που ανήκει περισσότερο στο είδος της επιστημονικής φαντασίας απ’ ό,τι σε αυτό του τρόμου. Στην τεράστια σοφίτα του σπιτιού του ο Crawford Tillinghast έχει κατασκευάσει μία μεγάλη μηχανή, έναν συνηχητή, για να μπορέσει να πειραματιστεί με τον κωνάριο αδένα που βρίσκεται στη θέση του τρίτου ματιού. Καθώς βάζει το συνηχητή σε λειτουργία, διεγείρεται ο αδένας του και αρχίζει να βλέπει όντα που αλλιώς ήταν αόρατα. Μία σειρά από διάφανα, βιολετιά πλάσματα σαν χέλια, γυροφέρνουν τη μηχανή αιωρούμενα στον αέρα. Μαγεμένος ο Tillinghast πλησιάζει για να τα δει καλύτερα και τότε ένα απ’ αυτά τού δείχνει την πραγματική φύση τους: ανοίγοντας ένα στόμα γεμάτο κοφτερά δόντια τον δαγκώνει στο μάγουλο.

 

Τρομαγμένος αλλά και γοητευμένος, ο Tillinghast κλείνει τη μηχανή εξαφανίζοντας τα πλάσματα και τρέχει για να αναγγείλει στο συνεργάτη του Dr Pretorius ότι ο συνηχητής δουλεύει. Λένε πως η περιέργεια σκότωσε τη γάτα, αλλά φαίνεται ότι ο Dr Pretorius το αγνοούσε. Θέλει κι εκείνος να δοκιμάσει τη μηχανή και να δει με τα μάτια του τη λειτουργία της, κάτι που όμως πληρώνει πολύ ακριβά, αφού ένα από τα πλάσματα του τρώει το κεφάλι. Ο,τι ακολουθεί στην ταινία αποτελεί δημιουργία του Gordon, του Yuzna και του Paoli, μια και το υλικό του Lovecraft τελείωνε κάπου εκεί.

 

Βλέπουμε, λοιπόν, τον Tillinghast εσώκλειστο σε ένα ψυχιατρείο, όπου η όμορφη γιατρός Mc Michaels προσπαθεί να συμπεράνει αν είναι τρελός ή αν ήξερε τι έκανε όταν σκότωσε τον Dr Pretorius, μια και είναι ύποπτος για το φόνο του. Οπως είναι φυσικό, όλα αυτά περί άλλων διαστάσεων προξενούν το ενδιαφέρον της και όταν ανακαλύπτει ότι ο κωνάριος αδένας του Tillinghast έχει μεγαλώσει, αποφασίζει να επαναλάβουν το πείραμα. Μαζί με τον υπαστυνόμο Brown πάνε στη σοφίτα και ξαναβάζουν σε λειτουργία τη μηχανή, όπου βλέπουν πως ο Dr Pretorius κάθε άλλο παρά νεκρός είναι. Εχει περάσει στην άλλη πλευρά κι έχει αποκτήσει μια δαιμονική εμφάνιση. Ενώ οι δύο άντρες θέλουν να τελειώσουν με όλα αυτά, η Mc Michaels δεν είναι διατεθειμένη να αφήσει να φύγει μέσα από τα χέρια της κάτι τόσο θαυμάσιο, κι έτσι όταν ο Tillinghast και ο Brown αποκοιμιούνται εκείνη ξανανοίγει τη μηχανή για να κάνει ορατά τα πλάσματα στην άλλη διάσταση και μαζί τον Dr Pretorius.

 

Υπάρχουν αρκετές φρικιαστικές σκηνές στην ταινία, μερικές από τις οποίες θα μείνουν σίγουρα στη μνήμη των θεατών, όπως το φιλί που δίνει ο Pretorius στη Mc Michaels ή ο κωνάριος αδένας που σπάει το κρανίο και αναδεύεται στη μέση του μετώπου σαν ένα αποκρουστικό τρίτο μάτι. Τα εφέ με τα πλάσματα της άλλης διάστασης είναι αρκετά καλά, ειδικά ο τρόπος που κινούνται οι διαφανείς, βιολετιές μορφές τους. Ο Dr Pretorius παραμένει ο μεγάλος κακός μέχρι το τέλος της ταινίας – από την αρχή ο χαρακτήρας του έχει κάτι που σε κάνει να τον αντιπαθείς.

 

 

The Dunwich Horror

 

Το “Dunwich horror” (Ο τρόμος του Ντάνγουιτς) γυρίστηκε το 1970 από τον Daniel Haller, ο οποίος έχει σεβαστεί σε μεγάλο ποσοστό το αρχικό, ομώνυμο διήγημα του Λάβκραφτ. Είναι η ιστορία του Wilbur που ανήκει σε μια οικογένεια με παράδοση στη λατρεία των Μεγάλων Παλιών. Αναζητώντας ο Wilbur ένα καλό αντίγραφο του “Necronomicon” πηγαίνει στο Πανεπιστήμιο του Μισκατόνικ, όπου συνάπτει φιλίες με τον καθηγητή Armitage, τη βιβλιοθηκάριο Nancy και τη συνάδελφό της Elizabeth. Αφού παρασέρνει τη Nancy στο Dunwich, τη ναρκώνει με σκοπό να τη χρησιμοποιήσει σε μια τελετή για να ανοίξει τις πύλες ανάμεσα στις διαστάσεις και να ελευθερώσει τον Yog-Sothoth και όλους του Παλιούς. Ο Armitage φτάνει στο χωριό μαζί με την Elizabeth προς αναζήτηση της Nancy, σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν τον Wilbur να καλέσει μέσω του “Necronomicon” τα πλάσματα που καραδοκούν στους ενδιάμεσους κόσμους.

 

Η ταινία, αν και μέτρια, παραμένει κλασική, με τον Sam Jaffe να παίζει τέλεια το ρόλο του ιδιότροπου παππού του Wilbur. Δυστυχώς κάτι που θα μπορούσε να είναι το ατού της ταινίας αποκαλύπτεται σχετικά σύντομα, στερώντας το θεατή από το στοιχείο της έκπληξης: ο Wilbur έχει δίδυμο αδερφό και, φυσικά, ο πατέρας του δεν ανήκει στο ανθρώπινο γένος.

 

 

Η τριλογία Evil Dead

 

Τα “Evil Dead” οφείλουν την ύπαρξή τους στον Sam Raimi, γνωστό από πρόσφατες τηλεοπτικές παραγωγές, όπως η “Ζήνα”, ο “Ηρακλής” και η “Κλεοπάτρα 2525”. Αν και το μόνο στοιχείο που έχουν από τον Lovecraft είναι το περίφημο “Necronomicon”, το Βιβλίο των Νεκρών, οι ταινίες έχουν γίνει πλέον cult και έχουν αποκτήσει αρκετούς φανατικούς οπαδούς.

 

Το “Evil Dead”, η πρώτη ταινία της τριλογίας, γυρίστηκε το 1981 και σίγουρα θα ενθουσιάσει τους φίλους των σπλάτερ. Αν και ξεκινάει πολύ ατμοσφαιρικά, δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τη μετριότητα. Η πλοκή είναι υπερβολικά απλή και το τέλος προβλέψιμο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι γυρίστηκε απλώς για να γυριστεί και τίποτε παραπάνω. Δεν προσπαθεί να μας βάλει σε σκέψεις, δεν έχει κρυμμένα νοήματα. Είναι η ιστορία μιας παρέας πέντε ατόμων που νοικιάζουν μια καλύβα στο βουνό σε εξευτελιστική τιμή. Στα υπόγεια της καλύβας ανακαλύπτουν ένα κασετόφωνο, που περιέχει τη μαρτυρία του πρώτου ενοίκου της κι ένα περίεργο βιβλίο που ξυπνάει τους δαίμονες του δάσους. Τα υπόλοιπα είναι αναμενόμενα. Ενας-ένας αρχίζουν να προσβάλλονται από το πνεύμα όσο κι αν προσπαθούν να επιβιώσουν μέχρι να έρθει η αυγή.

 

Τα πρώτα πλάνα της ταινίας είναι ατμοσφαιρικά, γυρισμένα με την κάμερα στο χέρι, και οι γωνίες λήψης ενδιαφέρουσες – από το ύψος της μέσης ή πάνω από τα κεφάλια των πρωταγωνιστών –, δίνοντας μια άλλη διάσταση στο δάσος των φυλλοβόλων και στην ξύλινη καλύβα. Οι σκηνές μέχρι τον πρώτο δαιμονισμό είναι αγωνιώδεις, αλλά από κει και μετά τα πάντα χάνονται με τα σχεδόν αστεία πρόσωπα των δαιμονισμένων και τις υπερβολικά σπλάτερ σκηνές των τεμαχισμών. Δεν λείπει ούτε και η αγαπημένη ατάκα “θα πεθάνουμε όλοι εδώ!”. Ηθικό δίδαγμα: δείτε την ταινία μόνο και μόνο επειδή είναι cult, μη διανυκτερεύετε σε καλύβες στο δάσος και, προπαντός, μην είστε τόσο περίεργοι κι ανοίγετε βιβλία που δεν πρέπει.

 

Στο δεύτερο “Evil Dead” που γύρισε ο Raimi το 1987 προσπάθησε να ξαναδώσει την ιστορία του Ash με άλλο τρόπο. Δεν πρόκειται δηλαδή για συνέχεια της ταινίας αλλά για ένα remake από τον ίδιο σκηνοθέτη. Ο Bruce Campbell πρωταγωνιστεί και εδώ, κάτι που δικαιολογείται αν συλλογιστούμε πως είναι παιδικός φίλος του Raimi. Η δεύτερη ταινία έχει πιο προσεγμένη πλοκή και προσπαθεί να μας δώσει περισσότερα στοιχεία για το Βιβλίο των Νεκρών. Τα εφέ είναι καλύτερα από το πρώτο “Evil Dead” αν και όχι τέλεια εξαιτίας του χαμηλού προϋπολογισμού. Ο Ash βρίσκει στην καλύβα το κασετόφωνο του καθηγητή και ακούει την αφήγησή του για το “Necronomicon”. Ενώ είναι μόνος με τη Linda, εμφανίζεται η κόρη του καθηγητή με την παρέα της. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Να πούμε ότι έχουν γυριστεί και κάποιες σκηνές σε μεσαιωνικό κάστρο με ιππότες και θηλυκές άρπυες να πετάνε στον ουρανό. Η ταινία έχει ένα τέλος που μπορεί να σας εντυπωσιάσει. Ενώ ο Ash κόβει το χέρι του που έχει μολυνθεί από το κακό, δεν καταφέρνει να γλιτώσει και πέφτει μαζί με το αυτοκίνητό του σε μια πύλη που θα τον οδηγήσει πίσω στο χρόνο. Ετσι, βρίσκεται ξαφνικά στο κάστρο της Kan-Dar, κρατώντας ακόμα το αλυσοπρίονο που χρησιμοποίησε για να ακρωτηριαστεί. Το έτος είναι το 1300 μ.Χ. Πολύ καλό το πλάνο όπου η κάμερα κάνει ζουμ-άουτ για να δείξει σταδιακά το περιβάλλον στο οποίο μεταφέρθηκε ο Ash.

 

Το τελευταίο μέρος της τριλογίας, το “Army of Darkness” (1993) βρίσκει τον Ash αιχμάλωτο του βασιλιά Αρθούρου στο μεσαιωνικό κόσμο, να αγωνίζεται να επιβιώσει. Αφού καταφέρνει να βγει ζωντανός από το πηγάδι των μονομαχιών με τη βοήθεια ενός ιερέα που πιστεύει πως αυτός θα τους σώσει και του δίνει το αλυσοπρίονο, αναλαμβάνει να δώσει ένα τέλος στο στρατό του σκότους που τρομοκρατεί τους πάντες. Αφού δεν καταφέρνει να βρει το “Necronomicon” αναγκάζεται να δώσει μάχη ενάντια στο κακό.

 

Οι σκηνές μάχης με τις ορδές των στρατιωτών-σκελετών είναι καλογυρισμένες και απολαυστικές. Δυστυχώς, η ταινία δεν καταφέρνει να μας κάνει να νιώσουμε καμιά αγωνία για την τύχη του πρωταγωνιστή. Οπως και να ’χει πάντως, θα παραμείνει μία cult ταινία. Να σημειώσουμε ότι ο Raimi είχε γυρίσει το τέλος με δύο διαφορετικές εκδοχές. Αυτή που είδαν στις ΗΠΑ έδειχνε τον Ash να έχει γυρίσει στο παρόν και να μάχεται έναν θηλυκό δαίμονα, ενώ αυτή που είδαμε στην Ευρώπη παρουσίαζε τον Ash να αποχαιρετάει την αγαπημένη του και να πίνει το μαγικό φίλτρο που του δίνει ο ιερέας για να κοιμηθεί τόσα χρόνια ώστε να ξυπνήσει στο παρόν (κάτι σαν την ωραία κοιμωμένη του παραμυθιού που κοιμήθηκε 100 χρόνια). Ομως, καταπίνει περισσότερες σταγόνες απ’ όσο έπρεπε κι όταν ανοίγει τα μάτια του, με τα γένια του να έχουν φτάσει μέχρι τη μέση και τα ρούχα του σχεδόν κουρέλια, αντικρίζει έναν κόσμο που έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά. Στα συντρίμμια ένα γερμένο Big Ben διαγράφεται στον κατακόκκινο ουρανό.

 

 

The Resurrected

 

Το 1992 ο σκηνοθέτης Dan O’Bannon δημιούργησε την καλύτερη μεταφορά της νουβέλας «The Case of Charles Dexter Ward» σε φιλμ. Τον ρόλο του Charles Dexter Ward υποδύθηκε ο Chris Sarandon με μεγάλη επιτυχία, ενώ το καστ συμπληρώνεται από τον John Terry και την Jane Sibbett.

 

Η Claire Ward προσλαμβάνει τον ιδιωτικό ντετέκτιβ John Marsh με σκοπό να διερευνήσει τις παράξενες δραστηριότητες του συζύγου της, Charles Dexter Ward. Ο Ward έχει παθιαστεί αρρωστημένα με μαγικές πρακτικές και τελετουργίες που ανασταίνουν τους νεκρούς, συνεχίζοντας το έργο του προγόνου του, Joseph Corwen. Καθώς οι έρευνες προχωρούν, ο Marsh ανακαλύπτει ότι ο Ward προσπαθεί να αναστήσει τον πρόγονό του, Joseph Corwen.

 

Με εξαίρεση τη μεταφορά του σεναρίου στη σχετικά σημερινή εποχή, η ταινία ακολουθεί πιστά τη νουβέλα. Όλα τα σημαντικά στοιχεία της βρίσκονται εκεί: το πορτρέτο του Corwen, ο γείτονας με το όνομα Fenner, το σπίτι στο Pawtucket και, φυσικά, το υπόγειο εργαστήριο και οι λαβυρινθώδεις εγκαταστάσεις του Corwen κάτω από την έπαυλη που κατοικεί η οικογένεια. Παρά την ποιότητα και την πιστότητά της στο πρωτότυπο έργο του Lovecraft, η ταινία δεν προβλήθηκε ποτέ στους κινηματογράφους, αλλά κυκλοφόρησε κατευθείαν σε video. Παρά ταύτα, αξίζει να υπάρχει στη συλλογή κάθε λάτρη του έργου του Lovecraft.

 

 

Re-Animator

 

Το 1985 ο Stuart Gordon σκηνοθέτησε μία από τις σπουδαιότερες cult ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, μία άκρως πειστική μεταφορά της νουβέλας “Herbert West: Re-Animator” στους κινηματογράφους, κερδίζοντας κοινό και κριτικούς. Με πρωταγωνιστή τον Jeffrey Combs στον ρόλο του Herbert West, η ταινία αφηγείται την ιστορία του εν λόγω φοιτητή της ιατρικής που μεταγράφεται από μία σχολή της Ευρώπης στο πανεπιστήμιο Μισκατόνικ, σε μια προσπάθεια να ολοκληρώσει μία φόρμουλα που θα μπορεί να ανασταίνει τους νεκρούς. Τα πειράματα που εκτελεί οδηγούν σε αποτρόπαιες περιπέτειες τόσο τον ίδιο, όσο και τον συγκάτοικό του, Dan Cain.

 

Ο προϋπολογισμός της ταινίας δεν ξεπέρασε τα 900.000 δολάρια και απέφερε έσοδα 2 εκατομμυρίων δολαρίων. Αυτό οδήγησε τον πασίγνωστο παραγωγό cult ταινιών Brian Yuzna να δημιουργήσει άλλες δύο ταινίες, την “Bride of Re-Animator” και την “Beyond Re-Animator”, χωρίς όμως να σημειώσει παρόμοια επιτυχία. Πρόσφατες πληροφορίες θέλουν τον Yuzna να ετοιμάζει μία ακόμα τριλογία, με τους τίτλους “House of Re-Animator”, “Re-Animator Unbound” και “Re-Animator Begins”. Ειδικά το πρώτο μέρος μοιάζει πολλά υποσχόμενο, αφού ο Herbert West εισχωρεί στον Λευκό Οίκο και ανασταίνει τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ!

 

 

In the mouth of madness

 

Θα τελειώσουμε με την καλύτερη ίσως ταινία, η οποία χαρακτηρίζεται από το στοιχείο που σημάδεψε τη ζωή του Lovecraft, την τρέλα. Ο Κάρπεντερ κατάφερε να δημιουργήσει μια σφιχτοδεμένη ταινία, γεμάτη ένταση, που δεν σε αφήνει στιγμή να ηρεμήσεις. Ηδη από τις πρώτες σκηνές βλέπουμε έναν καταπληκτικό Sam Neill να σέρνεται δεμένος με ζουρλομανδύα, κάθιδρος, με μάτια τεράστια από φόβο και αγωνία, να προσπαθεί να πείσει τους δεσμοφύλακές του ότι δεν είναι τρελός.

 

Το λεπτό χιούμορ – η ατάκα του Neill στο νοσοκόμο “συγγνώμη, δεν ήθελα να σε χτυπήσω στα καρύδια σου” – διαδέχεται μία σεκάνς που κόβει το αίμα του θεατή: κάποιος χτυπάει το παραθυράκι του κελιού του και καθώς εκείνος προσπαθεί να διακρίνει ποιος βρίσκεται έξω, μια σκιά περνάει στον τοίχο πίσω του – κάποιος είναι εκεί μαζί του.

 

Η ταινία παίζει με το αγαπημένο θέμα του Lovecraft. Κάποιος ανύποπτος, που δεν πιστεύει στο υπερφυσικό, θα ανακαλύψει ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα αυτό που φαίνονται. Κεντρικός ήρωας είναι ένας ερευνητής ασφαλίσεων, ο John Trent, που καλείται να ανακαλύψει τον εξαφανισμένο συγγραφέα βιβλίων best-seller τρόμου Sutter Cane – παραφθορά άραγε του ονόματος του Stephen King; – που κατά σύμπτωση είναι καλύτερος από το βασιλιά (King).

 

Ο Trent μαζί με τη Styles από τον εκδοτικό οίκο του Sutter ξεκινούν αναζητώντας την πόλη Hobbs End, που φυσικά δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη παρά μόνο στο μυαλό του συγγραφέα. Ο Κάρπεντερ καταφέρνει να μας δώσει μερικές κλασικές αλλά υποβλητικές στιγμές, όπως η νυχτερινή συνάντηση στο θεοσκότεινο δρόμο με το πλάσμα που τη μια στιγμή είναι αγόρι και την άλλη γέροντας 100 χρονών, ή τα παιδάκια-τέρατα που έξω από την εκκλησία, με όψεις που θυμίζουν την κούκλα του Σατανά, ζητώντας από τη Styles να γίνει η μητερούλα τους. Από την άλλη, έχουμε τη γριά με την καλοκάγαθη όψη που όμως έχει αλυσοδεμένο στο πόδι της γυμνό και παραμορφωμένο τον άντρα της που κλαψουρίζει εκλιπαρώντας λίγη συμπόνια. Οι κάτοικοι του Hobbs End είναι τελικά τέρατα όχι μόνο στην όψη αλλά και στην ψυχή, που δεν αφήνουν κανέναν να φύγει από την πόλη τους χωρίς να πληρώσει το τίμημα.

 

Για τον Trent το τίμημα αυτό είναι η ίδια η πνευματική ισορροπία του. Για να γυρίσει πίσω θα πρέπει να μεταφέρει στον κόσμο το ολοκληρωμένο βιβλίο του Sutter που τιτλοφορείται “Στο στόμα της τρέλας”, το οποίο όμως θα μολύνει όλους τους ανθρώπους με τις ιδέες που προωθεί. Εδώ ο σκηνοθέτης κάνει λογοπαίγνιο με τον τίτλο της ταινίας και τον τίτλο του βιβλίου στην ταινία. Αυτό που ζει ο Trent, το οποίο στην ουσία είναι αυτό που βλέπουμε εμείς στην οθόνη, δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά αυτό που έχει σκεφτεί και έχει γράψει ο συγγραφέας. Σε αυτό το σημείο παρεμβάλλονται οι θεοί του Lovecraft, οι οποίοι βοηθούν τον Cane να πραγματοποιεί τις σκέψεις του. Δεν τους αντικρίζουμε ποτέ, παρά μόνο μια υποψία τους μπορούμε να διακρίνουμε πίσω από την ξύλινη πόρτα που φουσκώνει από ανυπομονησία και στάζει πρασινωπά υγρά από τις χαραμάδες. Η ώρα να ξυπνήσουν και να βγουν και πάλι στον κόσμο φτάνει, γιατί το αντάλλαγμα της εξουσίας που χαρίζουν στον Cane είναι η δική τους ελευθερία.

 

Τελικά, ένας συγγραφέας είναι ένας δημιουργός, ένας θεός του δικού του σύμπαντος. Κάνει τους ήρωές του ό,τι θέλει, δημιουργεί πόλεις και τέρατα από το πουθενά. Γιατί, όπως λέει ο Cane στη σκηνή του τέλους, απευθυνόμενος στον Trent που παρακολουθεί μόνος, “νομίζεις ότι αυτό είναι πραγματικότητα; ΑΥΤΟ είναι πραγματικότητα!” και δείχνει το εικονικό περιβάλλον της ταινίας γύρω του. Μία Matrix εκδοχή του 1982 με τέρατα κι έναν διαβολικό συγγραφέα αντί για μηχανές και υπολογιστές, αλλά χωρίς κανέναν εκλεκτό, μια και ο πρωταγωνιστής αποδεικνύεται ότι είναι πλασματικός, δημιούργημα του Cane – ή μήπως δεν είναι; (Και ο Neo στο “Matrix Reloaded” είναι ένας μηχανισμός ασφαλείας της μηχανής – ή μήπως δεν είναι;).

 

Ο Κάρπεντερ δεν θα μπορούσε να βάλει καλύτερο τέλος στην ταινία του από το τρανταχτό, τρελό γέλιο του Trent καθώς κοιτάζει τον εαυτό του να του μιλάει μέσα από την οθόνη, ξαναζώντας στο πανί όσα του συνέβησαν τις τελευταίες ημέρες.