Η σιωπή των αμνών
Βραβεία
Η σιωπή των αμνών
Η ψυχοπάθεια της εξουσίας
Εκδοτικός οίκος -
Συγγραφέας Τόμας Χάρις
Μεταφραστής Γ. Γρίβας
Γλώσσα ελληνικά
Βαθμολογία
Σελίδες 245
Είδος Biography
Τιμή .00€
Website

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ
ή η ψυχοπάθεια της εξουσίας

Η “Σιωπή των Αμνών” δεν είναι απλά ένα συναρπαστικό κινηματογραφικό θρίλερ. Είναι μια μελέτη της ψυχοπάθειας του κράτους και των διωκτικών αρχών. Άρχισε το 1981 και ολοκληρώθηκε δέκα χρόνια αργότερα, από ένα συγγραφέα – φαινόμενο που ονομάζεται Τόμας Χάρις.

Qui si convien lasciare ogni sospetto;
Ogni vilta convien che qui sia morta.
(Δάντη: “Η Θεία Κωμωδία”)

Πριν ακόμα προβληθεί είχε γίνει θρύλος. Στις τέσσερις (!) αβάν πρεμιέ που είχαν δοθεί είχε προκληθεί το αδιαχώρητο. Νούμερο 1 εμπορική επιτυχία στις ΗΠΑ, έχει προκαλέσει συζητήσεις και διαξιφισμούς μεταξύ εγκληματολόγων, ψυχιάτρων, δημοσιογράφων και των αρχών. Ναι, είναι η ταινία “Η σιωπή των αμνών” του Τζόναθαν Ντεμ, η ταινία που δημιούργησε το χαρακτήρα της δεκαετίας του 1990, τον ιδιοφυή κανίβαλο Δόκτορα Χάνιμπαλ Λέκτερ, η ταινία που επιβεβαιώθηκε στην πράξη από τη σύλληψη του ανθρωποφάγου Τζέφρι Ντάμερ στις ΗΠΑ και τη σύλληψη του δραπέτη Σοβιετικού συναδέλφου του στη Μόσχα, τη μέρα που έγινε το πραξικόπημα. Αν όλα αυτά φαίνονται εκ πρώτης όψεως απαίσια και ανατριχιαστικά, ο Άντονι Χόπκινς, που ενσαρκώνει τον Δόκτορα Χάνιμπαλ Λέκτερ στην ταινία, έχει έτοιμη μια απάντηση: “Προσπαθώντας να εξηγήσω γιατί ο ρόλος αυτός ήταν τόσο συναρπαστικός, σκέφτομαι τελικά ότι οι σκοτεινές δυνάμεις της φύσης μας έλκουν περισσότερο από το φως. Οι άγγελοι είναι μάλλον πληκτικοί, δεν νομίζετε;”. Το κοινό φαίνεται να συμφωνεί μαζί του, αλλά ούτε μια τέτοια εξήγηση μπορεί να καλύψει το φαινόμενο της επιτυχίας μιας τόσο σκοτεινής και άγριας ταινίας, όπου προβλήθηκε. Ίσως για να δώσουμε την εξήγηση, θα πρέπει να αγγίξουμε ένα άλλο φαινόμενο που ονομάζεται Τόμας Χάρις και είναι ο συγγραφέας του ομότιτλου best seller, στο οποίο βασίστηκε η ταινία.
Μόνο που, σ’αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να πάμε πίσω στο 1981 γιατί, καλώς ή κακώς, “Η σιωπή των αμνών” είναι, στην ουσία, το δεύτερο μέρος, η συνέχεια ενός μπεστ-σέλλερ του ίδιου συγγραφέα που έφερε τον τίτλο “Ο Κόκκινος Δράκος” και ήρωάς του είναι πάλι ο Χάνιμπαλ Λέκτερ. Αναζητώντας το συνδετικό ιστό αυτών των βιβλίων, θα ανακαλύψουμε τους λόγους της επιτυχίας της ταινίας, καθώς και γιατί αν πάτε “αδιάβαστοι” από Τόμας Χάρις να δείτε την ταινία, η απόλαυσή σας θα είναι μισή. Λοιπόν, ανασκουμπωθείτε! Όπως έγραφε κι η πύλη της κατά Δάντη Κόλασης: “Εδώ πρέπει να αφήσεις κάθε υποψία, κάθε ποταπότητα εδώ πρέπει να πεθάνει”.

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ

Το 1981 κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ “Ο Κόκκινος Δράκος”, ένα βιβλίο που μπήκε στους καταλόγους των best-sellers, αλλά δεν μπόρεσε να αποσπάσει την προσοχή των κριτικών όσο έπρεπε. Η Washington Post, βέβαια, έγραψε πως “ο Τόμας Χάρις δεν συναρπάζει μόνο: γράφει μ’εκείνη την υγιή και εκπληκτική σαφήνεια που αποκαλείται τέχνη”, ενώ η Chicago Tribune επεσήμανε ότι “η πλοκή, οι χαρακτήρες κι οι λεπτομέρειες συνθέτουν ένα έργο που ξεπερνά τα όρια του απλού θρίλερ”. Όμως, αυτά είναι στην ουσία πολύ λίγα για τη διάσταση της αξίας αυτού του βιβλίου που, στην πραγματικότητα, γεννούσε το φαινόμενο Τόμας Χάρις. Ο Τόμας Χάρις ήταν τότε αρκετά γνωστός και το βιβλίο του “Μαύρη Κυριακή” είχε γίνει ταινία από την “Παραμάουντ”. Όμως, κανείς δεν τον αποκαλούσε φαινόμενο, για έναν απλό λόγο: κανένας δεν διέγνωσε το ειδικό βάρος του χαρακτήρα του Χάνιμπαλ Λέκτερ στο βιβλίο, κανένας δεν κατάλαβε ότι ο κεντρικός ήρωας δεν ήταν ο ιατροδικαστής Γουίλ Γκράχαμ, αλλά ο ανθρωποφάγος Χάνιμπαλ Λέκτερ. Ας δούμε την υπόθεση του “Κόκκινου Δράκου”, για να καταλάβουμε τη σημασία αυτού του σημείου.
Ο “Κόκκινος Δράκος” είναι μια ακουαρέλα του Μπλέικ. (Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν υπήρξε μια ακουαρέλα του Μπλέικ μ’αυτόν τον τίτλο και γι’αυτό άλλωστε ο ψυχοπαθής δολοφόνος την τρώει σε ένα – ομολογουμένως συγκλονιστικό σημείο της πλοκής.) Μια ακουαρέλα που έχει δώσει στον ψυχοπαθή Φράνσις Ντόλαριντ το πρόσχημα και το “ένδυμα” που χρειάζεται για να εκδικηθεί την κοινωνία για την εμφάνισή του και τη δυστυχισμένη ζωή του. Κατακρεουργεί τα θύματά του κάθε πανσέληνο και δεν αφήνει ίχνη. Για να τον αντιμετωπίσει ο Τζακ Κρώφορντ, στέλεχος του FBI, “επιστρατεύει” τον ιατροδικαστή Γουίλ Γκράχαμ. Ο Γουίλ Γκράχαμ είναι αυτός που είχε συλλάβει τον Χάνιμπαλ Λέκτερ πριν χρόνια και, έκτοτε έχει αποσυρθεί από την ενεργό υπηρεσία. Ο Τζακ Κρώφορντ όμως τον θέλει, γιατί πιστεύει ότι ο τρόπος που σκέφτεται ο Γουίλ Γκράχαμ πιάνει “συχνότητες” της σκέψης των ψυχοπαθών κατ’εξακολούθηση δολοφόνων. Τον πείθει, αλλά σύντομα ο Γκράχαμ βρίσκεται σε αδιέξοδο. Καταφεύγει σ’ένα πείραμα με μεγάλο ρίσκο: να επισκεφθεί τον έγκλειστο Χάνιμπαλ Λέκτερ και να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το διεστραμμένο ιδιοφυές μυαλό του για να βρει το δρόμο που θα τον οδηγήσει στο δολοφόνο. Ο Χάνιμπαλ αρνείται άμεση βοήθεια, αλλά αρχίζει να επικοινωνεί με το δολοφόνο, πράγμα που οδηγεί τον Γουίλ Γκράχαμ τελικά στη σύλληψή του. Όταν η υπόθεση τελειώνει, ο Γουίλ Γκράχαμ είναι παροπλισμένος ηθικά και ψυχολογικά, Έχει καταλάβει πως στην πραγματικότητα δεν έχει καμιά ουσιαστική διαφορά από τον Χάνιμπαλ Λέκτερ και τον Φράνσις Ντόλαριντ, εκτός από το ότι αυτός καλύπτεται από το νόμο. Αυτό ήταν τελικά “ο τρόπος που δουλεύει η σκέψη σου” που του έλεγε ο φίλος του Τζακ Κρώφορντ για να τον πείσει να αναλάβει την υπόθεση;
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του μυθιστορήματος του Τόμας Χάρις. Πέρα από την τρομερά ενδιαφέρουσα πλοκή που σου κόβει κυριολεκτικά την ανάσα, ο Τόμας Χάρις στήνει με εκπληκτική μαεστρία και σιγουριά τους χαρακτήρες του για να διατυπώσει την προβληματική του: κατά πόσον το κράτος –διώκτης των ψυχοπαθών δολοφόνων έχει σώας τας φρένας του; Κατά πόσον η κοινωνία – δημιουργός (και αμέσως μετά αρνητής) των προσωπικοτήτων αυτών έχει δικαίωμα να τους αποχαρακτηρίσει ως μέλη και να τους καταδιώξει; Ο Χάνιμπαλ Λέκτερ εμφανίζεται στον “Κόκκινο Δράκο” ως εκπρόσωπός τους και, ακόμα περισσότερο, ως εκπρόσωπος των σκοτεινών δυνάμεων και ορμών που υπάρχουν μέσα σε κάθε “πολιτισμένο” άνθρωπο. Διαλύει τις αυταπάτες του Γουίλ Γκράχαμ δηλώνοντάς του με σαρκασμό ότι κατάφερε να τον συλλάβει, επειδή είναι “ακριβώς ίδιος” μ΄αυτόν. Το πιστεύω του είναι αφοπλιστικά ωμό στη διατύπωσή του, όμως εκφράζει μια αλήθεια που όλοι την ξέρουν και δυσκολεύονται να την παραδεχτούν: “Ζούμε σε μια πρωτόγονη εποχή. Οι άνθρωποι δεν είναι ούτε τελείως άγριοι, αλλά ούτε και γνωστικοί. Ημίμετρα – να η μεγάλη κατάρα!”. Η προμετωπίδα του Alfonse Bertillon που διάλεξε ο Τόμας Χάρις για το “άνοιγμα” του βιβλίου του είναι χαρακτηριστική: “Βλέπει κανείς μόνο πράγματα που προσπαθεί να δει και προσπαθεί να δει μόνο πράγματα που υπάρχουν ήδη στη σκέψη”. Με άλλα λόγια, αν και εμείς οι ίδιοι δεν κρύβουμε μέσα μας το κτήνος, θα ήταν αδύνατο να προσεγγίσουμε τον τρόπο που σκέφτεται (άρα, να είμαστε σε θέση να παγιδέψουμε και να συλλάβουμε) το κτήνος.
Κανείς τότε δεν πρόσεξε τη σημασία αυτής της σύλληψης. Χρειάστηκαν δέκα χρόνια για να καταλάβουμε τη σημασία της – ίσως και για να καταλάβει και ο ίδιος ο Τόμας Χάρις τι είχε δημιουργήσει και να το εκφράσει με τον πιο πλήρη τρόπο που θα μπορούσε να εκφραστεί στη “Σιωπή των Αμνών”.

ΜΕΤΑ ΔΕΚΑ ΕΤΗ

Η “Σιωπή των Αμνών” ολοκληρώνει τον προβληματισμό του συγγραφέα και συνεχίζει την ιστορία από εκεί όπου είχε σταματήσει. Ο ειδικός πράκτωρ του FBI Τζακ Κρώφορντ αντιμετωπίζει ένα άλλο πρόβλημα. Κάποιος ψυχοπαθής που οι αστυνομικοί του έχουν κολλήσει το παρατσούκλι Μπούφαλο Μπιλ, απάγει, σκοτώνει και γδέρνει τα θύματά του. Ο Γουίλ Γκράχαμ είναι αρκετά διαλυμένος, ώστε να μπορέσει να προσφέρει την οποιαδήποτε βοήθεια και η μόνη πρόσβαση στη σκέψη του δολοφόνου είναι πάλι ο Χάνιμπαλ Λέκτερ. Ο Κρώφορντ εκτιμά ότι η μαθήτριά του Κλάρις Στάρλινγκ στην Ακαδημία του FBI έχει τα προσόντα για να εκμαιεύσει τις πληροφορίες από τον παρανοϊκό δόκτορα και τη στέλνει να το κάνει, δημιουργώντας μαι ανταποδοτική σχέση με τον Χάνιμπαλ Λέκτερ. Εκείνος την καθοδηγεί στην υπόθεση του “Μπούφαλο Μπιλ” και εκείνη επιτρέπει στον παρανοϊκό ψυχίατρο να την αναλύει. Μέχρι αυτό το σημείο τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά. Όταν όμως ο δολοφόνος απάγει την κόρη μιας γερουσιαστού, οι “τρύπες” και η παράνοια του συστήματος φθάνουν στην κορύφωσή τους. Ο Δρ Τσίλτον (εκπροσώπηση κατά κάποιον τρόπο της επίσημης ψυχιατρικής), γνωρίζοντας τη συναλλαγή Κλάρις-Λέκτερ, προσπαθεί να τη μετατρέψει σε συναλλαγή κράτους – Λέκτερ, μεταφέροντας τον Χάνιμπαλ σε ένα κτίριο όπου ειδικοί τον ανακρίνουν για να βρουν ποιος είναι ο δολοφόνος, πριν σκοτώσει την κόρη της γερουσιαστού. Το αποτέλεσμα είναι αφ’ενός να δραπετεύσει ο Χάνιμπαλ Λέκτερ, αφ’ετέρου η Κλάρις να βρεθεί πάλι στο σκοτάδι και, επιπλέον, να της αφαιρεθεί κάθε αρμοδιότητα έρευνας σ’αυτήν την υπόθεση. Η Κλάρις όμως δε θα το βάλει κάτω. Έχει αναλυθεί από το δόκτορα Λέκτερ και έχει συνειδητοποιήσει τα δικά της “σκοτεινά ρεύματα”. Θα τα ακολουθήσει και συνδυάζοντάς τα με τις μέχρι τη στιγμή της απόδρασής του πληροφορίες του Δρα Λέκτερ θα καταφέρει να συλλάβει το δολοφόνο την τελευταία στιγμή. Το στήσιμο της πλοκής και το γράψιμο του Χάρις είναι εξαιρετικά. “Ένα βιβλίο που σου επιτίθεται συνέχεια για να σ’αφήσει τελικά αναστατωμένο και φορτωμένο μ’ένα φόβο βαθύτερο απ’αυτόν που προκαλούν τα συνηθισμένα θρίλερ” έγραψε ο Stephen King για τη “Σιωπή των αμνών”. Μια γνώμη με ιδιαίτερο βάρος, οπωσδήποτε, αν και το κύριο στοιχείο βρίσκεται στο ιδεολογικό υπόβαθρο που, χωρίς να αλλάζει καθόλου απ’αυτό του “Κόκκινου Δράκου”, εδώ διευρύνεται, γίνεται πιο πειστικό και στέρεο, ενώ η κριτική του συγγραφέα γίνεται ακόμα πιο σκληρή.
Στη βάση της πλοκής κυριαρχούν δύο στοιχεία. Απ΄τη μια η προσπάθεια του ομοφυλόφιλου ψυχοπαθή φονιά να μεταμορφωθεί, να γίνει γυναίκα, άρα αποδεκτός για την κοινωνία (δικαίωμα που του αρνείται η κοινωνία, αφού μόνον “υπό όρους” μπορεί να γίνει η αλλαγή) κι απ’την άλλη η αντιπαράθεση της λογικής ενός “παράφρονα” (Χάνιμπαλ Λέκτερ) με τη λογική των μηχανισμών του κράτους (Κρώφορντ – Κλάρις), τη λογική των εκπροσώπων της εξουσίας (Γερουσιαστής) και τη λογική της επίσημης ψυχιατρικής (Δρ Τσίλτον). Ο Δρ Χάνιμπαλ Λέκτερ αναμφισβήτητα θριαμβεύει σ’αυτήν την αναμέτρηση, ενώ η Κλάρις καταφέρνει να ανακαλύψει το δολοφόνο στο βαθμό που απαλλάσσεται από τη λογική των μηχανισμών και συνειδητοποιεί τον εαυτό της, τους αρχέγονους φόβους και τα ένστικτά της, την ανθρώπινη υπόστασή της δηλαδή. Η Κλάρις, όταν ερευνά παράνομα για να ανακαλύψει το δολοφόνο, δεν κινείται από την επιθυμία για την ανακάλυψή του, σαν λαγωνικό που οσμίζεται το θήραμα ή σαν γρανάζι ενός μηχανισμού που εκτελεί ένα συγκεκριμένο έργο προγραμματισμένα, αλλά από την επιθυμία να σώσει τη ζωή της αιχμάλωτης κοπέλας, και να απαλλαγεί από τον εφιάλτη που τυραννάει κάθε βράδυ τον ύπνο της από την παιδική της ηλικία: το βέλασμα των προβάτων που οδηγούνται στη σφαγή.
Ο Τόμας Χάρις, αναδεικνύοντας σε πρωταγωνιστή τον Χάνιμπαλ Λέκτερ, χώνει το νυστέρι βαθιά και ανιχνεύει τις πληγές μιας κοινωνίας που δεν έχει βρει τρόπο να εκφράζεται και να επικοινωνεί. Που συνεννοείται μόνο με τη βία (σωματική – ψυχολογική – διανοητική) και την καταστολή (ατόμων – ιδεών – τάσεων).
Που απονεκρώνει τη συνείδηση και κόβει τις γέφυρες. Που υπάρχει απλώς για να υπάρχει. Ένα τέτοιο μήνυμα δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Η συζήτηση που ξέσπασε στην Αμερική ήταν τρομερά ενδιαφέρουσα, αλλά περιορίστηκε στους serial-killers, τους κατ’εξακολούθηση δολοφόνους. Βέβαια, οι κατ’εξακολούθηση δολοφόνοι ευδοκιμούν στις Η.Π.Α. και είναι φυσικό μια δυνατή ταινία να θέσει το θέμα επί τάπητος. Μόνο που δεν ήταν αυτό το θέμα ούτε του βιβλίου, ούτε της ταινίας.
Όταν μάλιστα συνελήφθη ο ανθρωποφάγος Τζέφρι Ντάμερ, ο στόχος χάθηκε τελείως και όλοι άρχισαν να αναφέρονται στη “Σιωπή των Αμνών” σα να ήταν ένα βιβλίο ή μια ταινία που ασχολείται με την ανθρωποφαγία. Δεν ξέρουμε πόσο καλό έκαναν όλα αυτά στην εμπορική κίνηση του βιβλίου και της ταινίας, αλλά πάντως την ουσία τους την έβλαψαν.

“Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ”: Η ΤΑΙΝΙΑ

Ευτυχώς, η ταινία είναι από τα ελάχιστα δείγματα και πιστής και επιτυχημένης καλλιτεχνικά μεταφοράς βιβλίου στην οθόνη. Ο σκηνοθέτης Τζόναθαν Ντεμ (“Άγριο Θηλυκό”, “Η γυναίκα του γκάγκστερ”, “Ο Χάουαρντ Χιούζ κι εγώ”) πέρασε με επιτυχία από το κλίμα των τρελών κομεντί με κοινωνικές προεκτάσεις στο ζοφερό κλίμα του ψυχολογικού – κοινωνικού θρίλερ. Ο παραγωγός Εντ Σάξον, όταν διάβασε το βιβλίο του Χάρις, αποφάσισε αμέσως να το κάνει ταινία: “Ήταν το καλύτερο κείμενο που είχε διαβάσει εδώ και χρόνια” είπε “διαθέτει πραγματικά σπουδαίους χαρακτήρες”. Ο σεναριογράφος Τεντ Τάλι ήταν ένας άλλος λάτρης της “Σιωπής των Αμνών”: “Το βιβλίο” λέει “είναι συναρπαστικό για τρεις λόγους”. Πρώτον, είχε έναν από τους πιο δυνατούς γυναικείους ρόλους που διάβασα ποτέ σε μυθιστόρημα. Ξέρω πως, όταν ο Τόμας Χάρις έγραφε το βιβλίο, είχε κατά νου να προσπαθήσει να δημιουργήσει έναν πραγματικά δυνατό, ζωντανό κύριο γυναικείο χαρακτήρα. Δεύτερον, πιστεύω ότι αυτή η ιστορία διαθέτει τον πιο σπουδαίο κακοποιό της σύγχρονης πεζογραφίας. Ο Δρ Χάνιμπαλ Λέκτερ είναι ένα εκπληκτικό επίτευγμα. Τρίτον, ποτέ δεν ήξερα τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα. Κάθε καινούρια τροπή της υπόθεσης με άφηνε κατάπληκτο”.
Αυτή την αγάπη τους για τον Τόμας Χάρις και τη “Σιωπή των Αμνών” οι δημιουργοί την πέρασαν στην ταινία, κάνοντας αλλαγές μόνον εκεί όπου χρειαζόταν, ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει κινηματογραφικά η “Σιωπή των Αμνών”. Ας μην ξεχνάμε πως είναι ένα βιβλίο που στηρίζεται πολύ στο διάλογο, στις ψυχαναλυτικές κουβέντες της Κλάρις με τον Δρα Λέκτερ, διάλογοι που ήταν αδύνατον να μεταφερθούν αυτούσιοι από το βιβλίο στον κινηματογράφο. Ο Τζόναθαν Ντεμ και ο Τεντ Τάλι δούλεψαν και βρήκαν λύσεις που δεν προσβάλλουν στο παραμικρό το νόημα του βιβλίου, αντίθετα προσφέρουν στην κινηματογραφική μεταφορά του. Ποιος θα ξεχάσει αυτό το καταπληκτικό φινάλε, όπου ο Δρ Χάνιμπαλ κλείνει τη συνδιάλεξή του με την Κλάρις, κοιτάζοντας τον Τσίλτον έξω από το παράθυρο και ξεστομίζοντας τη φοβερή ατάκα: “Θα’θελα να τα πούμε περισσότερο, αλλά τώρα έχω ένα φίλο για δείπνο”. Αλλά στην επιτυχία της ταινίας συνέβαλε “τα μέγιστα” η επιτυχής επιλογή των ηθοποιών και κυρίως της Τζόντι Φόστερ στο ρόλο της Κλάρις και του Άντονι Χόπκινς στο ρόλο του Χάνιμπαλ Λέκτερ.
Η Τζόντι Φόστερ, ξεκινώντας την καριέρα της από 3 ετών ως “Κορίτσι του Κόπερτον” και έχοντας τώρα, στα 26 χρόνια της, 26 ταινίες στο ενεργητικό της (ανάμεσά τους και ταινίες σκηνοθετών όπως ο Άλαν Πάρκερ, ο Μάρτιν Σκορτσέζε, ο Αντονιόνι, ο Κλοντ Σαμπρόλ) και ένα Όσκαρ Πρώτου Γυναικείου Ρόλου, φτάνει στο ψηλότερο σημείο της καριέρας της μ’ένα ρόλο που της πάει γάντι. Χωρίς πατέρα, ατίθαση αλλά και αποφασισμένη να αποδείξει την αξία της, όπως και η ηρωίδα που υποδύεται, η Τζόντι Φόστερ έπλασε μια Κλάρις Στάρλινγ κατ’εικόνα και ομοίωσιν, αφού έπαιξε – σε ένα μεγάλο βαθμό – τον εαυτό της. Σε ανύποπτο χρόνο, το 1987, έλεγε σε μια συνέντευξή της: “Η άποψή μου είναι ότι οι καλοί ηθοποιοί είναι σχιζοφρενικά άτομα κατά κάποιο τρόπο. Πρέπει να είσαι και συ, γιατί είναι όλοι – απλώς δεν το ξέρουν. Δουλειά μας είναι να ανακαλύπτουμε όλες τις αλλόκοτες και μπερδεμένες πτυχές του εαυτού μας και να τις βγάζουμε πάνω στο πετσί μας, να τις ερμηνεύουμε και να επικοινωνούμε”. Τι άλλο θα γύρευε ένας σκηνοθέτης για να της δώσει το ρόλο στη “Σιωπή των Αμνών”;
Ο Άντονι Χόπκινς, ο εκπληκτικός θεατρικός ερμηνευτής του ψυχιατρίου στο “Εquus” του Π. Σάφερ, είχε μόνο και μόνο από ένα πολύ στέρεο background για να μπει στο πετσί του ρόλου του Χάνιμπαλ Λέκτερ, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει “κοινωνιοπαθή” και όχι ψυχοπαθή. Πιστεύοντας ότι οι παράφρονες κακοποιοί “λένε όλα τα πράγματα που εμείς δεν τολμούμε να πούμε” και χρησιμοποιώντας τις φοβίες των παιδικών του ρόλων για τις γκριμάτσες του παππού του, τους οδοντογιατρούς και ένα σωρό άλλες, κατάφερε να βιώσει το ρόλο του και να δημιουργήσει ένα κινηματογραφικό χαρακτήρα που θα αφήσει εποχή. Ίσως το κλειδί της ερμηνείας του να βρίσκεται στην πολύ καλή κατανόηση της φύσης του Χάνιμπαλ Λέκτερ, αφού έκανε τη διαπίστωση ότι “ο ρόλος του Λέκτερ είναι ένας αρκετά ρομαντικός ρόλος”, διαπίστωση που ισχύει απόλυτα και στο βιβλίο του Τόμας Χάρις.
Ρομαντικά ή όχι, πάντως ο Λέκτερ τρώει στην ταινία δυο αστυνομικούς και οι σκηνές βίας είναι ρεαλιστικότατες. Αυτό δεν είναι αρνητική προειδοποίηση, αλλά ένας ακόμη λόγος για τον οποίο σας προτείνουμε να διαβάσετε τη “Σιωπή των Αμνών” και τον “Κόκκινο Δράκο” πριν πάτε στην ταινία. Θα σας βοηθήσει, εκτός των άλλων, να νιώσετε την ουσία αυτής της βίας καθώς και το μέγεθος της μεγαλοφυΐας του πιο εκπληκτικού ψυχοπαθούς που παρουσίασε η οθόνη: του Δρα Χάνιμπαλ Λέκτερ. Καλή θέαση. Και διαβασμένοι, ε;

ΤΟΜΑΣ ΧΑΡΙΣ
Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ
Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: BELL