William Gibson

Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα. Ωστόσο, θα πρέπει να θεωρείται ευτύχημα αν κάποτε καταλήξουμε σ’ ένα μέλλον παρόμοιο μ’ αυτό που περιγράφεται στο βιβλία του William Gibson. Γιατί το ολοζώντανο κοντινό μέλλον που δημιούργησε ο συγγραφέας έχει τρομερό ενδιαφέρον από κάθε άποψη. Πρόκειται για ένα φοβερά κινητικό κόσμο, όπου το χρήμα μεταφράζεται σε πληροφορία, κατοικημένο από αποβράσματα υψηλής τεχνολογίας και κάτω από την επικυριαρχία των παντοδύναμων Ζαϊμπάτσου. Όλα μοιάζουν να ελέγχονται αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτονται τελείως ανεξέλεγκτα. Οι χαρακτήρες των βιβλίων του Gibson είναι σε ανησυχητικό βαθμό ρεαλιστικοί, θαρρείς πως ζουν στο δικό μας κόσμο, πως τους προσπερνάμε κάθε μέρα με αδιαφορία πηγαίνοντας προς τις δουλειές μας. Οι ήρωες του Gibson φέρνουν στο νου μας περισσότερο τη σημερινή πραγματικότητα. Αλλά μήπως αυτός δεν είναι και ο σκοπός του συγγραφέα; “Παίρνω την πραγματικότητα του δρόμου και τη μετατρέπω σε φαντασία για να την κάνω αντιληπτή και αποδεκτή”.

Δεν είναι υπερβολικό να παραδεχτούμε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος αποδέχεται ευκολότερα την πραγματικότητα του παρόντος, όταν αυτή προβάλλεται σε μελλοντική κλίμακα. Ο νους μας αισθάνεται πιο βολικά όταν μελετά μια κατάσταση εξ αποστάσεως. Έχουμε αποστασιοποιηθεί από την πολυπλοκότητα του σήμερα, η οποία μας φοβίζει, και αποζητούμε την ασφάλεια που μας παρέχει η Επιστημονική Φαντασία. Αυτό βέβαια δεν είναι μειονέκτημα, το αντίθετο μάλιστα, αλλά ωστόσο δεν βοηθά και πολύ στο να δώσουμε νόημα σ’ αυτόν τον ψυχρό και άχαρο κόσμο που μας περιβάλλει. Εκείνο που χρειάζεται είναι το θάρρος και η δύναμη να αντιπαραθέσουμε το δημιουργικό μας Εγώ στη μιζέρια της καθημερινότητας.

Ένας συγγραφέας κυβερνοπάκ

Αναμφισβήτητα, ο William Gibson είναι ένας χαρισματικός συγγραφέας που έδωσε νέα ώθηση στην Επιστημονική Φαντασία. Για τους μελετητές του είδους θεωρείται ο δημιουργός και ο εμπνευστής του κύματος των κυβερνοπάνκ, αν και ο ίδιος ποτέ δεν παραδέχτηκε κάτι τέτοιο. Εισήλθε δυναμικά στο χώρο της Επιστημονικής Φαντασίας το 1984 με το “Νευρομάντη”, ένα βιβλίο-ορόσημο που μόλις κυκλοφόρησε κέρδισε τα βραβεία Χιούγκο, Νέμπιουλα και εις μνήμην Φίλιπ Ντικ.

Ήταν χωρίς αμφιβολία μια πολύ καλή αρχή. Το τριπλό βραβείο που κέρδισε διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό τη ζωή του. Το να βρεθείς στα 30 σου κάτοχος των τριών πιο σημαντικών βραβείων της Επιστημονικής Φαντασίας δεν είναι καθόλου αστεία υπόθεση. Αποτελεί το άπιαστο όνειρο πολλών συγγραφέων της.

Γεννημένος σε ένα μικρό χωριό της Νότιας Καρολίνας, στα 1954, ο Gibson θα μυηθεί από νωρίς στην Επιστημονική Φαντασία. Θα έρθει σε επαφή μαζί της για πρώτη φορά σε ηλικία μόλις 13 ετών. Ήταν η λεγόμενη “χρυσή εποχή” της Επιστημονικής Φαντασίας, με τους Χαϊνλάιν, Ασίμωφ, Στέρτζον κ.ά. να μαγεύουν και να συνεπαίρνουν τη φαντασία της γενιάς του Αμερικανικού Ονείρου. Η εφηβική ηλικία του συγγραφέα θα εμποτιστεί στην ανατρεπτική πληροφόρηση της Επιστημονικής Φαντασίας.

Αργότερα όμως θα ανακαλύψει και τη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία. Μελέτησε Μπάροουζ, Πύντσον και Μπάρλαντ, για να κατανοήσει τι συνέβαινε γύρω του. Όταν, στα 30 του, επέστρεψε στην Επιστημονική Φαντασία – ως συγγραφέας πλέον – είχε την εντύπωση ότι ασχολιόταν με κάτι οπισθοδρομικό. Αλλά ήταν μια λανθασμένη εντύπωση, γιατί στο μεταξύ η Επιστημονική Φαντασία είχε αλλάξει ριζικά. Δεν ήταν πλέον ιστορίες γι’ αστραφτερά διαστημόπλοια και γαλαξιακές αυτοκρατορίες. Αυτά ανήκαν στην κλασική εποχή της, η Επιστημονική Φαντασία καταπιανόταν πια με λιγότερο εντυπωσιακά αλλά ωστόσο πολύ βαθύτερα θέματα. Ίσως στη μεταστροφή αυτή να συνετέλεσε το “νέο κύμα” της δεκαετίας του ’60 (Σπίνραντ, Ντιλέινι κ.ά.), ίσως και η μοναδική προσφορά του ψυχεδελικού Φίλιπ Ντικ. Πάντως η Επιστημονική Φαντασία δεν ήταν πια η ίδια.

Η νέα Επιστημονική Φαντασία ήταν πιο εσωτερική, πιο ανθρώπινη και πιο φιλοσοφική. Επίκεντρό της, όπως πάντα, ο άνθρωπος και ο πολιτισμός του, αλλά αυτή τη φορά μέσα από μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία. Ενδιέφεραν πλέον η εξερεύνηση του εσωτερικού κόσμου, οι λαβύρινθοι των νοητικών διεργασιών, η υπαρξιακή αναζήτηση και η φιλοσοφική εμβάθυνση. Ήταν η αποθέωση της τεχνολογίας, αλλά και η διαπίστωση των κινδύνων που εγκυμονεί η ασύνετη χρήση της. Και το μέλλον;  Το μέλλον ήταν πάντα  εκεί και περίμενε. Η νέα Επιστημονική Φαντασία το έφερε πιο κοντά, έτσι το έκανε πιο οικείο και πιο πιθανό.

Με το πρώτο του βιβλίο, το “Νευρομάντη”, ο Gibson καταπιάστηκε μ’ αυτό το κοντινό μέλλον. Χρονικά, το βιβλίο περιγράφει τον κόσμο στα τέλη του 21ου αιώνα. Η υπόθεση εξελίσσεται στα προάστια του Τόκιο (Σίμπα), στην Παροικία (Μητροπολιτικός Άξονας Βοστώνης Ατλάντας-ΜΑΒΑ), στο Παρίσι, στην Κωνσταντινούπολη και βεβαίως σε τροχιά γύρω απ’ τη Γη. Τα κεντρικά πρόσωπα του “Νευρομάντη” είναι άτομα τα οποία θεωρούνται “αμφίβολοι παράγοντες που επέπλεαν ακυβέρνητοι στο σκοτεινό ωκεανό ανάμεσα στις εταιρίες”. Πρόκειται για τεχνοχειριστές-cowboys του ηλεκτροσύμπαντος, λαθρέμπορους παράνομων γενετικών υλικών και πληροφοριών, άτομα που με ανάλογες “τροποποιήσεις” έγιναν βιολογικοί φονιάδες, υπάρξεις με ασαφές παρελθόν και αμφίβολο μέλλον, αλλά όλοι τους ανήκαν σε μια παράξενη τεχνοκουλτούρα: ήταν τα παιδιά του αιώνα τους.

Ο κόσμος του “Νευρομάντη” βρίσκεται κάτω από την τεχνολογική και οικονομική επικυριαρχία της Ιαπωνίας. Η Γιακούζα απορρόφησε τη Μαφία και τις άλλες παράνομες οργανώσεις, ενώ οι Ζαϊμπάτσου άπλωσαν τα δίκτυά τους σ’ ολόκληρο το πλανητικό σύστημα. Μια πολυεθνική εταιρία έμοιαζε πολύ μ’ ένα ζωντανό οργανισμό: το αίμα της ήταν η πληροφορία. Η κλοπή των πληροφοριακών αποθεμάτων μιας εταιρείας ήταν μια επικίνδυνη, αλλά ωστόσο προσοδοφόρα απασχόληση. Ήταν έργο των τεχνοχειριστών, οι οποίοι διείσδυαν στα δίκτυα, έσπαζαν τα προστατευτικά προγράμματα και έβαζαν χέρι στις πολύτιμες πληροφορίες.

Ο τεχνοχειριστής Κέις θα δεχθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Wintermute, μια Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) που επιδιώκει την “απελευθέρωση” της.

Ο Κέις θα περιπλανηθεί μέσα στο ηλεκτροσύμπαν, που ορίζεται ως μια “συμβατική παραίσθηση, η οποία βιώνεται κάθε μέρα από χιλιάδες χειριστές”, προκειμένου να “κλέψει” τις απαραίτητες για τον Wintermute πληροφορίες. Στο χώρο του κυβερνοδιαστήματος, τα άστρα αντιπροσωπεύουν τις πυκνές συγκεντρώσεις πληροφοριών, οι γαλαξίες τις εταιρείες και οι ψυχροί σπειροειδής βραχίονες τα στρατιωτικά συστήματα. Σ’ αυτό το χώρο ο άνθρωπος δεν είναι παρά “ένα κομματάκι συνείδησης που περιπλανιέται κάτω από γεωδαιτικούς θόλους”.

Τελικά, ο Κέις θα τα καταφέρει κι ο σιωπηλός και ψυχρός Wintermute (Εγκέφαλος) θα ενωθεί με τον Νευρομάντη (Αθανασία). Η πανίσχυρη Τεχνητή Νοημοσύνη θα αφήσει τον κόσμο όπως ήταν: “Τα πράγματα δεν άλλαξαν. Τα πράγματα είναι ακριβώς ότι είναι”, ωστόσο όμως θα συμμετάσχει στον κοσμικό διάλογο, αναζητώντας τους ομοίους της στο σύμπαν.

Μια γενική ματιά αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι ο “Νευρομάντης” είναι ένα βιβλίο ατμόσφαιρας, ένα κινηματογραφικό βιβλίο. Έχει στοιχεία γουέστερν, φιλμ νουάρ και είναι διαποτισμένο από το μεταμοντέρνο στυλ και την υψηλή τεχνολογία. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις κάθε άλλο παρά στατικά είναι. Τα μηνύματα του “Νευρομάντη” μπορούν να γίνουν και αφορμή, ώστε ο αναγνώστης να προβληματιστεί πάνω στις μελλοντικές κοινωνικές δομές.

Ο “Νευρομάντης” ήταν πράγματι κάτι το εντελώς καινούριο στην Επιστημονική Φαντασία, αλλά ο Gibson λίγο αργότερα θα το θεωρήσει ξεπερασμένο. Παρόλα αυτά όμως θα συνεχίσει με παρόμοιους ήρωες και θα γράψει το Count Zero, καθώς και μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Burning Chrome. Στη συνέχεια θα δημοσιεύσει το Mona Lisa Overdrive, στο οποίο η υψηλή τεχνολογία συνδυάζεται με το βουντού.

Στα βιβλία του Gibson υπάρχουν αρκετά στοιχεία του παρόντος, προεκτεινόμενα στο μέλλον. Ήδη το Κυβερνοδιάστημα (Cyberspace) χάρη στην εξέλιξη των computers βρίσκεται στα σκαριά. Η ιδέα του προσέρ, της προσομοίωσης ερεθισμάτων διέγερσης, φέρνει στο νου μας το MTV. Οι σαπουνόπερες, που παρακολουθούνται επί δεκαετίες, δεν έχουν ουσιαστικά εκλείψει, ενώ η τεχνολογική επικυριαρχία της Ιαπωνίας είναι μια πραγματικότητα.

Τα στοιχεία όμως του μέλλοντος είναι ομολογουμένως εντυπωσιακά: διαφημιστικά ολογράμματα, τύποι με μυοηλεκτρικά χέρια και εμφυτευμένα μάτια, νευρολογικές επανασυνδέσεις, παράνομα γενετικά υλικά όπως π.χ. τα μονοκλωνικά αντισώματα, αντικατάσταση οργάνων σώματος σε καθημερινή βάση, ενσωματωμένα μικροβιονικά κυκλώματα και φυσικά η νοητική έκσταση του ηλεκτροσύμπαντος.

Αν και ο Gibson έχει στο ενεργητικό του μόνο φιλοσοφικές σπουδές, χειρίζεται με εύκολο τρόπο την επιστημονική γλώσσα: “Θα μπορούσα να πω ότι  χρησιμοποιώ την επιστημονική γλώσσα σαν ένα είδος ποίησης. Είμαι προμηθευτής λαϊκών εικόνων”.

Η επιτυχία των βιβλίων του θα τον φέρει στο Χόλυγουντ

Έγραψε ένα σενάριο με βάση το διήγημά του “Ξενοδοχείο Νέο Ρόδο”, με τη μόνη διαφορά ότι το σενάριο δεν αφορούσε πλέον το μέλλον  αλλά το παρόν. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην καρδιά του σύγχρονου Τόκιο. Επίσης επιχείρησε να γράψει το σενάριο για το Aliens III, αλλά τελικά εγκατέλειψε την προσπάθεια.

Απ’ ότι φαίνεται , δεν τον συγκινεί ιδιαίτερα η ιδέα να ξαναζωντανέψει στο πανί κάτι που είχε φτιάξει παλιότερα σε λογοτεχνική μορφή: “Έχει περισσότερο γούστο να πετάξεις το παλιό στα σκουπίδια και να καθίσεις να το ξαναφτιάξεις από την αρχή”.

Μολονότι ο William Gibson θεωρεί τον εαυτό του απαισιόδοξο, στα βιβλία του διαφαίνεται μια κάποια αισιοδοξία. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι “θα είμαστε πολύ τυχεροί, αν φθάσουμε κάπου που θα πλησιάζει τον κόσμο που περιγράφουν τα βιβλία μου”. Αντίθετα, θεωρεί πιο πιθανό να καταλήξουμε σ’ έναν πληκτικό και καθόλου ενδιαφέροντα κόσμο. Πάντως, δεν πιστεύει στις ουτοπίες και ειδικότερα στις ατομικές. Ελπίζει απλά να υπάρχει κόσμος για να ζουν οι απόγονοί του, χωρίς να τον ενδιαφέρει και πολύ η μορφή του.
 
Το μέλλον βέβαια επιφυλάσσει στον άνθρωπο πολλές εκπλήξεις, ευχάριστες και δυσάρεστες. Τον Gibson τον ικανοποιεί απλώς η ιδέα ότι υπάρχει μέλλον...

Σημ.: Τρία διηγήματα του W. Gibson δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Απαγορευμένος Πλανήτης” (εκδόσεις ARS LONGA).