Ο σύγχρονος άνθρωπος παίρνει τις εννιά απ’τις δέκα πληροφορίες του απ’την όραση. Αποτέλεσμα; Μειώθηκε η ικανότητα αισθήσεων όπως η ακοή και η όσφρηση κι αυξήθηκε αυτή της όρασης. Όμως, παρόλο που τα ανθρώπινα μάτια είναι απ’τα ποιοτικότερα στον πλανήτη Γη, πολλές φορές μας ξεγελούν, δίνοντας υλική υπόσταση σε κάτι που τελικά δεν έχει υλική υπόσταση. Όπως το ουράνιο τόξο.
Ακριβώς πάνω στο γεγονός, ότι τα μάτια μας δεν είναι ένας εκατό τοις εκατό αξιόπιστος μάρτυρας, βασίστηκε η Αμερικανική Αεροδύναμη, για να πείσει το κοινό πως αυτό που έβλεπε σαν UFO δεν ήταν εξωγήινοι επισκέπτες, αλλά ο πλανήτης Αφροδίτη ή κάποιο παιδικό μπαλόνι ή κάποιο μετεωρολογικό φαινόμενο. Και μ’αυτόν τον τρόπο εξήγησε κι έκλεισε τις πιο πολλές περιπτώσεις UFO. Τις υπόλοιπες περιπτώσεις φρόντισαν να τις απογυμνώσουν από κάθε ίχνος σοβαρότητας ένα σωρό καιροσκόποι που, χωρίς καμιά επιστημονική γνώση και κατάρτιση, εκμεταλλεύθηκαν τη φρενίτιδα των Αμερικανών κι έγραψαν κάποια αστεία βιβλία ή ακόμα ίδρυσαν νέες θρησκείες ως αντιπρόσωποι των εξωγήινων.
Καθώς μάλιστα η συχνότητα εμφάνισης των UFO μειώθηκε δραστικά στη δεκαετία του ’60, η κοινή γνώμη στράφηκε σε άλλα γεγονότα, όπως ο ψυχρός πόλεμος, οι κοινωνικές ταραχές και το Βιετνάμ.
Ώσπου, την δεκαετία του '80, τα UFO μας θυμήθηκαν πάλι. Η συχνότητα των επισκέψεων αυξήθηκε και, καθώς παγκόσμια επικρατούσε κλίμα ύφεσης, ανάλογα αυξήθηκε η δημοτικότητα των σχετικών τηλεοπτικών σειρών, ενώ τα διαστημικά φιλμς γνώρισαν νέα άνοιξη. Και φυσικά, η αγορά γέμισε πάλι ανάλογα βιβλία.
Ένα, ωστόσο, απ’αυτά τα βιβλία ξεχώρισε στα τέλη της δεκαετίας που μόλις τελείωσε: Η “Επικοινωνία” (Communion) του Ουίτλη Στρήμπερ. Όχι τόσο επειδή είναι γραμμένα από ήδη γνωστό συγγραφέα – “Πείνα” (The Hunger) που έγινε και πετυχημένο φιλμ – όσο επειδή στην “Επικοινωνία” ο Στρήμπερ αφηγείται τη δικιά του στενή επαφή τρίτου τύπου με τους εξωγήινους!

Κι αυτό που βάζει την “Επικοινωνία” σε δική της κλάση είναι η πλήρης απουσία φανατισμού και δογματισμού του συγγραφέα, καθώς στο βιβλίο αναρωτιέται ξανά και ξανά αν του συνέβη πράγματι κάτι απ’όλα αυτά ή αν ήταν δημιουργήματα της φαντασίας του. Ή αν τρελάθηκε. Άλλωστε, εκείνη την εποχή που υποτίθεται πως απήχθη κι εξετάσθηκε απ’τους εξωγήινους , στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η προσωπική κι οικογενειακή ζωή του συγγραφέα κυριολεκτικά τινάχτηκε στον αέρα, απ’την επίδραση που είχε πάνω του αυτή η επικοινωνία. Ο Στρήμπερ αμέσως μετά απ’αυτά τα γεγονότα επισκεπτόταν τακτικά ψυχίατρο για να διαπιστώσει κατά πόσο τρελάθηκε.
Αυτό ακριβώς είναι που τρομάζει στο βιβλίο: Όχι οι εξωγήινοι, ούτε καν η τόσο άμεση επικοινωνία μαζί τους, αλλά το δράμα του συγγραφέα, που αναρωτιέται για το τι συμβαίνει μέσα στο κρανίο του, αν τα κυκλώματα του εγκεφάλου του έχουν βραχυκυκλώσει και καίγονται σε σιγανή φωτιά.
Οι “επισκέπτες”, όπως αποκαλεί ο Στρήμπερ τους εξωγήινους, έχουν την κλασική εικόνα που λίγο πολύ είχε σχηματιστεί γι’αυτούς ήδη απ’τη δεκαετία του ’50 και χρησιμοποίησε κι ο Σπίλμπεργκ στις “Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου”: Τεράστιος εγκεφαλικός θόλος και μάτια, μικροσκοπικό κι εκφραστικό πρόσωπο κι άτριχο, ατροφικό κορμάκι με αδύνατα, μακριά, επιδέξια άκρα. Μ’ άλλα λόγια, ένας απόλυτα νεοτονικός άνθρωπος, πράγμα που οδήγησε κατά καιρούς πολλούς μελετητές στο συμπέρασμα πως πρόκειται για τους αρχαιολόγους του μέλλοντος, που έχουν βρει κάποιο τρόπο να ταξιδεύουν στο χρόνο και γυρίζουν πίσω για να μελετήσουν εμάς, τους μακρινούς τους προγόνους.
Ωστόσο, ο Στρήμπερ βρίσκει δύσκολο κάτι τέτοιο. Γιατί, σ’όλη τη διάρκεια της επικοινωνίας μαζί τους, είχε έντονη την εντύπωση πως δεν είναι αυτό το πραγματικό παρουσιαστικό τους, αλλά έντεχνα του πρόβαλλαν αυτή την εικόνα για τους εαυτούς τους, των – υπερβολικά εξελιγμένων, έστω – ανθρωποειδών, για να κάνουν πιο εύκολη την επικοινωνία μαζί του.
Η “επικοινωνία” σκαρφάλωσε στα τσαρτς των Τάιμς της Νέας Υόρκης κι έμεινε εκεί για 51 εβδομάδες, σπάζοντας κάθε ρεκόρ επιτυχίας για ανάλογο βιβλίο.
Η επιτυχία και η ιδιομορφία του βιβλίου κέντρισε το ενδιαφέρον του Παριζιάνου σκηνοθέτη, Φιλίπ Μορά, που το ’85 πήρε τις καλύτερες κριτικές για το “Θάνατο του στρατιώτη” (Death of a Soldier). Το φιλμ γυρίστηκε τελικά σε ανεξάρτητη συμπαραγωγή των Στρήμπερ-Μορά, με προϋπολογισμό εφτά εκατομμύρια δολάρια και τον Κρίστοφερ Γουόκεν στο ρόλο του Ουίτλυ Στρήμπερ.
Λέει ο Μορά: “Θα μπορούσα εύκολα να στήσω ένα φιλμ τρόμου που να σοκάρει. Ωστόσο, αυτό θα’ ταν δίκοπο μαχαίρι, γιατί θα μπορούσε να γυρίσει και να καταλήξει ένα φτηνό θρίλερ. Έτσι επέμεινα στην ψυχολογία του θέματος. Υπάρχει ένα συνεχές ερωτηματικό, αν όλ’αυτά συμβαίνουν στ’αλήθεια ή μόνο στο μυαλό του πρωταγωνιστή. Δεν υπάρχει ποτέ απόδειξη σ’αυτά τα πράγματα, κανένα στοιχείο εκτός απ’αυτό που βλέπουν τα μάτια μας. Ο τρόπος που οι άνθρωποι περιγράφουν τέτοια περιστατικά, θυμίζει τελικά τον τρόπο που κάποιος θρήσκος περιγράφει ένα θαύμα”.

Ο Στρήμπερ παρακολούθησε από κοντά τα γυρίσματα, δίνοντας συνεχώς κατευθυντήριες γραμμές στο σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς. Ωστόσο, ο Μορά δεν ήταν τελείως άσχετος με το θέμα. Γιατί ένα βράδυ που κοιμόταν στο εξοχικό του Στρήμπερ, στα βόρεια της Νέας Υόρκης, το ίδιο εξοχικό όπου οι “επισκέπτες” ήρθαν σ’ επαφή με τον συγγραφέα, ονειρεύτηκε τους εξωγήινους. Κι η περιγραφή που έδωσε ταιριάζει απόλυτα σ’αυτή του συγγραφέα.
Αυτό το στοιχείο, με τη βοήθεια του φαινομένου Λέθμπριτζ, μας δίνει ίσως κάποια εξήγηση στην όλη ιστορία. Θυμίζω, ο Τομ Λέθμπριτζ ήταν ο συνταξιούχος αρχαιολόγος που το ’63 δημοσίευσε τη θεωρία του πάνω στα παραψυχολογικά φαινόμενα, μια μελέτη που για την περίπτωσή μας συνοψίζεται στα εξής: “Η φύση δημιουργεί πεδία στατικού ηλεκτρισμού σε συγκεκριμένα σημεία. Αυτά τα πεδία έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρώσουν και να καταγράψουν τις σκέψεις, τις εικόνες και τα συναισθήματα των ζωντανών οργανισμών και στη συνέχεια να τα προβάλουν σ’ όσους βρεθούν σ’αυτά τα σημεία”.
Αυτό λοιπόν συνέβη στην περίπτωση του Στρήμπερ; Ή ήρθε πράγματι σ’ επαφή με τους εξωγήινους; Ή μήπως τρελάθηκε; Ή τίποτε απ’όλα αυτά; Μήπως ήταν η πανέξυπνη ιδέα ενός πανέξυπνου συγγραφέα, που βρήκε αυτό τον τρόπο για να στήσει ένα μπεστ σέλερ, κι από κει και πέρα χρησιμοποίησε την αυτοαμφισβήτηση για να γίνει πιο πειστικός; Φοβάμαι πως η βέβαιη απάντηση σ’αυτά τα ερωτήματα δεν πρόκειται ποτέ να δοθεί. Οπότε, θ’ απομείνει η απόλαυση του καλογραμμένου βιβλίου και του καλογυρισμένου φιλμ.